Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ή αυτοί ή εμείς!


Κάτω η κυβέρνηση της εξαθλίωσης!

Γενική πολιτική απεργία διαρκείας
για να μην περάσουν τα νέα μέτρα!

Διαγραφή του δημοσίου χρέους
για να μην λιμοκτονήσει ο λαός!
                              
         
Εργάτες - εργάτριες, νέοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, αυτοαπασχολούμενοι, φτωχοί αγρότες

          Ο καταιγισμός των αντεργατικών-αντιλαϊκών μέτρων δεν έχει τελειωμό. Η καπιταλιστική κρίση οξύνεται και βαθαίνει, τραβώντας στη δίνη της και άλλες χώρες στην Ευρώπη και παγκόσμια. Πρόκειται για μια βαθιά καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης κερδών – κεφαλαίων τα οποία δεν επανεπενδύονται διότι δεν αποφέρουν στους κατόχους τους τα προ της κρίσης κέρδη.
          Οι καπιταλιστές φορτώνουν την κρίση του δικού τους συστήματος στις πλάτες μας, κοινωνικοποιώντας τη ζημιά, ιδιοποιούμενοι όμως αυτοί τα κέρδη. Εκατομμύρια εργαζόμενοι απολύονται και μένουν άνεργοι, βαθαίνει η εκμετάλλευση, επιστρέφουν οι εργασιακές συνθήκες του 19ου αιώνα.

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. ΕΜΠΡΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, ΕΜΠΡΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ…


Μια συζήτηση πάνω "στη βράση που κολλάει το σίδερο"!

Ένας φίλος, καλλιτέχνης, αναγνωρισμένος με σπουδαία καριέρα, με ρώτησε στο περιθώριο της διαδήλωσης αλληλεγγύης για τους χαλυβουργούς στις 17/7/2012: «Μπορούμε να κάνουμε εμείς οι κομμουνιστές και οι πραγματικοί ριζοσπάστες αριστεροί πολιτιστική επανάσταση;» 

Τον κοίταξα έκπληκτος και σιώπησα για δευτερόλεπτα. Ένας καλλιτέχνης που από μένα ξέρει μύρια όσα πιο πολλά για την τέχνη, με ρωτάει! Άρα το ερώτημα δεν είναι καλλιτεχνικό, είναι πολιτικό.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Η κρίση και τα ελλείμματα της «πλουραλιστικής» αριστεράς


Του Νίκου Κοτζιά

Η κρίση της Ελληνικής οικονομίας συνδυάζεται με μια πολύπλευρη κρίση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά. Θα περίμενες κανείς στις σημερινές συνθήκες ο μεγάλος κερδισμένος στο πολιτικό σκηνικό να είναι η αριστερά. Αντί αυτού παρατηρεί κανείς ότι ο πολιτικός χώρος της αριστεράς είναι αυτός που διαπερνάτε περισσότερο από την κρίση, ιδιαίτερα η ρεφορμιστική και η ριζοσπαστική συνισταμένη του. Το φαινόμενο απαιτεί την εξήγησή του: Για ποιο λόγο τη στιγμή που οι νεοφιλελεύθερες συνταγές οδήγησαν τη χώρα σε βαριά οικονομική κρίση και πολλαπλή εξάρτηση από ξένα κέντρα, στην πρακτική πολιτική αναβιώνει η πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη μονόπλευρη λιτότητα; 

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΧΡΥΣΗ, ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

Πηγή: ΕΠΟΧΗ
Συνέντευξη του Α. Χρύση
18/7/2010
Η πρωτοβουλία μας δεν πέρασε απαρατήρητη, προκάλεσε αντιδράσεις
Η δημοσιοποίηση της πρωτοβουλίας για το διάλογο και την κοινή δράση της αριστεράς, πράγματι, δημιούργησε συζητήσεις, αντιδράσεις... Πολιτικά κόμματα και οργανώσεις της αριστεράς, αντιμετώπισαν μάλλον με αμηχανία τη διακήρυξη των ιδρυτικών μελών του Βήματος Διαλόγου. Ωστόσο, η πρωτοβουλία φαίνεται ότι έχει δυναμική. Στηρίζεται, άλλωστε, σε αυτό το γενικό αίτημα για την κοινή δράση των δυνάμεων της αριστεράς. Ο πανεπιστημιακός Αλέξανδρος Χρύσης, από τα ιδρυτικά μέλη της πρωτοβουλίας, μιλάει στην «Εποχή» για τις πρώτες αντιδράσεις, αλλά και για τους άμεσους στόχους του Αριστερού Βήματος Διαλόγου και Κοινής Δράσης.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Συνέντευξη Δ. Κουφοντίνα στην Real News





- Μετά τις συλλήψεις των τελευταίων ημερών των φερόμενων ως μελών του «Επαναστατικού Αγώνα», κλείνει, κατά τις αρχές, ένας κύκλος ένοπλης πάλης, ο οποίος άνοιξε μετά τη «17Ν» και ονομάστηκε νεοτρομοκρατία. Είναι έτσι;

- Πράγματι, άνοιξε ένας νέος κύκλος πραγματικής νέας τρομοκρατίας. Ενας κύκλος δουλείας και υποτέλειας, εξαθλίωσης και κοινωνικής απόγνωσης. Και οι υπεύθυνοι γι' αυτήν δεν θα συλληφθούν ποτέ. Στα θηριώδη μαύρα τζιπ της Αστυνομίας δεν θα μπουν ποτέ τα λαμόγια που λεηλάτησαν τη χώρα. Στα κελιά των φυλακών δεν θα μπει κανένας από τους κολλητούς του Εφραίμ και του Χριστοφοράκου.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Το κείμενο των 23 μελών της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

Σε μια περίοδο που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και κλιμάκωση η νεοφιλελεύθερη επίθεση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων και του συνόλου των κοινωνικών στρωμάτων της χώρας μας, το κεντρικό καθήκον του λαϊκού κινήματος, των δυνάμεων της αριστεράς, αλλά και κάθε αριστερού αγωνιστή, θα έπρεπε να ήταν η πιο αποτελεσματική οργάνωση των αντιστάσεων στις επιλογές της κυβέρνησης.
Αντ’ αυτού, ηγετικά στελέχη του ΣΥΝ και μάλιστα εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ στο Κοινοβούλιο και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον κοινοβουλευτικό μας εκπρόσωπο Φώτη Κουβέλη, δεν χάνουν ευκαιρία να ασκούν συστηματικά δημόσια πολεμική στις αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα να προβάλλουν λογικές «συναίνεσης» και «εθνικής ενότητας», που εξόφθαλμα υπηρετούν τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης, περιφρονώντας ομόφωνες αποφάσεις των πανελλαδικών σωμάτων και των συλλογικών οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι όμως αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη και την αναγκαιότητα του ΣΥΡΙΖΑ.
Πιστεύουμε ότι η στάση αυτή δημιουργεί σοβαρές συγχύσεις στους πολίτες και τραυματίζει σοβαρά τις προσπάθειες, τις πρωτοβουλίες και τη φερεγγυότητα του ΣΥΡΙΖΑ.
Η διγλωσσία όμως, εκτός των άλλων, αναπαράγει τις αντιπαραθέσεις και την εσωστρέφεια και αποπροσανατολίζει από τον κεντρικό στόχο της συμβολής του ΣΥΡΙΖΑ στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων σ' αυτή την κρίσιμη περίοδο.
Το δικαίωμα της γνώμης και της διαφωνίας είναι απολύτως σεβαστό, για όλα ανεξαιρέτως τα μέλη και τα στελέχη. Και προφανώς μπορεί να ασκείται και δημόσια. Όμως δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα το γεγονός ότι συγκεκριμένα ηγετικά στελέχη και εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιούν τη δυνατότητα δημόσιας παρουσίας που τους δίνεται για να απορρίπτουν και να καταγγέλλουν τις συλλογικές αποφάσεις, ενώ συστηματικά αρνούνται να πάρουν μέρος στα σώματα και τα όργανα όπου παίρνονται αυτές οι αποφάσεις.
Με αυτή τους τη στάση οδηγούμαστε σ’ ένα χώρο και ένα άθροισμα παραγόντων, που επιχειρεί, εκτός και ερήμην των συλλογικών διαδικασιών, να επιβάλει τις απόψεις του.
Πιστεύουμε ότι είναι αδιανόητο στελέχη που τηρούν αυτή τη στάση να εξακολουθούν να είναι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα σε κορυφαίες θέσεις, όπως αυτή του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου, και πρέπει να αντικατασταθούν.
Στο όνομα της περιφρούρησης της ενότητας του ΣΥΡΙΖΑ, ζητάμε την άμεση σύγκληση κοινής συνεδρίασης της Γραμματείας με την Κοινοβουλευτική Ομάδα του, ώστε να συζητηθεί το επείγον αυτό θέμα που αφορά ολόκληρο το ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο τον ΣΥΝ, να στηριχθεί η ομόφωνη απόφαση της Γραμματείας για τις 100 μέρες διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ και να γίνουν σεβαστές και να εφαρμοστούν άμεσα οι αποφάσεις της 3ης Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ.

Αθήνα 19.1.2010

Γαλάνης Νίκος, Γεωργάς Δημήτρης, Γιαννόπουλος Τάκης, Γλέζος Μανώλης, Δεμέστιχας Γρηγόρης, Ζαχαριάδης Αδάμος, Καρακώστα Εύη, Κατσούλας Χρήστος, Κοσμάς Πάνος, Μαντάς Παναγιώτης, Μαστρογιαννόπουλος Τάκης, Μπαλαούρας Μάκης, Μπανιάς Γιάννης,
Μπαρσέφσκι Μάνια, Μπουζάνης Νίκος, Νταβανέλλος Αντώνης, Παγιάτσος Αντρέας, Πανταζίδης Τάσος, Ρήγος Άλκης, Σαπουνάς Γιώργος, Σπαθής Μάκης, Χριστοδουλοπούλου Τασία, Ψυκάκος Δικαίος

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΑΚΟΑ-ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ




Ιωάννινα 19-11-09

ΘΕΜΑ: Ομιλία Περικλή Κοροβέση  στο Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων

Η Ανανεωτική Κομμουνιστική & Οικολογική Αριστερά Ιωαννίνων, στα πλαίσια της μεγάλης συζήτησης που έχει ανοίξει εδώ και καιρό για την επανίδρυση της Αριστεράς στην Ελλάδα, οργανώνει την Παρασκευή 20 Νοεμβρίου και ώρα 8 μμ  στο Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων εκδήλωση-συζήτηση με τον γνωστό δημοσιογράφο- συγγραφέα και πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Περικλή Κοροβέση με θέμα: «Η Ανασύνθεση της Αριστεράς από τον 20 στον 21 αιώνα».

Για την ΑΚΟΑ η ανασύνθεση και επανίδρυση της Αριστεράς είναι αίτημα επίκαιρο και επιτακτικό, στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί, για το καλό της κοινωνίας και των εργαζόμενων που βιώνουν στο πετσί τους τη σημερινή Καπιταλιστική κρίση.  Η επανίδρυση δεν είναι μια απλή, ρητορική, συναισθηματική και απολίτικη διαδικασία συναδέλφωσης όλων των αριστερών. Είναι μια διαδικασία διαρκούς διαλόγου, κοινών δράσεων ( κοινωνικών και πολιτικών), ιδεολογικών μαχών και ρήξεων που θα ενεργοποιήσουν το περιθωριοποιημένο πλήθος της Αριστεράς και θα ξαναδημιουργήσουν την ελπίδα και την αίσθηση της πνευματικής και ιδεολογικής πρωτοπορίας.
Η ΑΚΟΑ εκτιμά ότι ο βαρύς χειμώνας για την Αριστερά έχει περάσει και ότι ο παραπάνω στόχος είναι εφικτός αρκεί να υπηρετηθεί με συνέπεια :

Α.  Η κοινωνική και πολιτική ενότητα ενάντια στο νέο- φιλελευθερισμό

Β.   Ο αγώνα ενάντια στη παγκοσμιοποίηση και τον ιμπεριαλισμό

Γ.   Η πάλη για την οικοδόμηση μιας άλλης Ευρώπης

Δ.  Ο διάλογο για την αναζήτηση και ανάδειξη κοινών παρονομαστών στους κοινωνικούς αγώνες και την επεξεργασία εναλλακτικών προτάσεων για τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας

Ε.   Η αντίθεση στον Εθνικισμό- Ρατσισμό-Σεξισμό και Αυταρχισμό

ΣΤ.  Ο αγώνας ενάντια στην οικολογική καταστροφή

Στη παραπάνω κατεύθυνση Η ΑΚΟΑ συμμετέχει ενεργά στο ΣΥΡΙΖΑ και αγωνίζεται για την πολιτική και οργανωτική του ανασυγκρότηση με στόχο μια Αντικαπιταλιστική-Δημοκρατική- Οικολογική - Ταξική και Σοσιαλιστική Αριστερά με ανθρώπινο πρόσωπο. Ακόμη συμμετέχει στα κινήματα και τους αγώνες των εργαζομένων και των οικονομικών μεταναστών, στα κοινωνικά, αντιρατσιστικά και οικολογικά φόρουμ.



Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Πράξεις "επαναστατικής" βίας ή νερό στο μύλο του συστήματος;

Η απόπειρα δολοφονίας των αστυνομικών στην Αγ. Παρασκευή έρχεται τις μέρες που εξελίσσεται ένα ανελέητο πογκρόμ διώξεων από αυτά που δεν είχε ξαναγνωρίσει τα τελευταία χρόνια το κέντρο της Αθήνας. Οι δυνάμεις της αστυνομίας με προτεταμένα τα όπλα καταλαμβάνουν στην κυριολεξία την πλατεία Εξαρχείων και τους γύρω δρόμους, μπαίνουν σε καταστήματα και σε σπίτια της περιοχής κάνοντας έρευνες και ανακρίνοντας δεκάδες κόσμου. Γίνονται δεκάδες προσαγωγές ανυποψίαστων που κυκλοφορούν στο δρόμο, σωματικοί έλεγχοι σε νέους που κυκλοφορούν στην περιοχή. Υπάρχουν καταγγελίες για βίαιες συμπεριφορές από περαστικούς που επέστρεφαν στα σπίτια τους. Αποκλείστηκε όλη η περιοχή, η ελεύθερη πρόσβαση και η κυκλοφορία, ακόμα και στους περίοικους, είναι επικύνδινη όχι λόγω των «τρομοκρατών» αλλά λόγω αυτών που «φυλάσσουν» τη τάξη.

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες εδώ και μήνες είναι στο στόχαστρο του συστήματος, συλλαμβάνονται, δέρνονται , βασανίζονται, κλείνονται σε στρατόπεδα και δολοφονούνται.

Οι εργάτες αντιμετωπίζονται με τη βία όταν διαδηλώνουν. Όπως και όποιος τολμήσει να διαδηλώσει ενάντια στις δολοφονίες των μεταναστών, ενάντια στη καταστολή.

Το σύστημα ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του Αλέξη, και με νέο διαχειριστή, ξεμυτίζει. Προσπαθεί να αναστηλώσει το …χαμένο γόητρο της αστυνομίας. Προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα φόβου και τρόμου απέναντι σε κάθε φωνή που αντιστέκεται. Φωνάζουν οι «νέοι» κυβερνώντες για τη «προστασία του πολίτη», απειλούν τους πάντες, καλούν σε πανστρατιά όλου του επίσημου πολιτικού κόσμου για να διαφυλάξουν τη δημοκρατία. Συνδέουν την απόπειρα δολοφονίας με το ξέσπασμα της νεολαίας, με την επικείμενη επέτειο του Δεκέμβρη, και δηλώνουν ότι θα είναι «αμείλικτοι απέναντι σε όσους επιβουλεύονται την τάξη». Και το αποδεικνύουν. Δεκάδες είναι οι δίκες εργατών, μαθητών, φοιτητών και αγωνιστών τοπικών κινημάτων που βρίσκονται σε εξέλιξη αυτές τις μέρες, εφαρμόζουν το κουκουλονόμο.

Οι δήθεν επαναστατικές πράξεις αυτού του είδους φαίνεται να μην κατανοούν τι μας άφησαν οι προηγούμενες φάσεις της αντιτρομοκρατικής υστερίας εκτός αν επιδιώκουν να δεθεί ο λαός και η νεολαία και με καινούρια προικοσύμφωνα του συστήματος.

Η επιχείρηση εξάρθρωσης της τρομοκρατίας, στο κοντινό παρελθόν και στο παρών, οδηγεί στην πραγματικότητα σε ένταση της κρατικής τρομοκρατίας όπως το απαιτούν τα συμφέροντα των αφεντικών της αστικής τάξης, ντόπιων και ξένων.

Το εργατικό και λαϊκό κίνημα κληρονόμησε τον εφιάλτη του τρομονόμου. Ενός νόμου που δίνει τη δυνατότητα στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς και στις μυστικές τους υπηρεσίες, με ή χωρίς τη συνεργασία της αστυνομίας και των ντόπιων μυστικών υπηρεσιών της χώρας να προχωρούν σε συλλήψεις μαζικές ή ατομικές. Είναι ο νόμος με τον οποίο κατηγορούνται μαθητές στο Πειραιά, φοιτητές στη Ξάνθη, που βγήκαν στο δρόμο με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη για να εκφράσουν την αντίθεσή τους σ’ αυτή καθ’ αυτή τη δολοφονία αλλά και στη ζωή που τους επιφυλάσσει το σύστημα και η πολιτική του.

Διαφεύγει από τους εμπνευστές τέτοιων ενεργειών ότι τίθεται ερώτημα για το αν τα επόμενα συλλαλητήρια πρέπει να γίνουν (που αποσκοπούν άλλωστε οι κραυγές Χρυσοχοίδη τις τελευταίες μέρες;) και αν γίνουν ποια θα είναι η επίπτωση της έντασης της κρατικής καταστολής στη μαζικότητα τους.

Δεν τους απασχολεί όμως αυτό. Φαίνεται ότι κινούνται κι αυτοί στη λογική ότι είναι οι σωτήρες και κάνουν αυτό που ο λαός, η εργατική τάξη και η νεολαία είναι ανίκανοι να κάνουν, κατά την άποψή τους.

Αποφάσισαν και αυτοί για το λαό και τη νεολαία χωρίς αυτούς. Μα τούτο το προνόμιο το μονοπωλούν οι αντιδραστικές δυνάμεις του συστήματος που έχουν συμφέρον να είναι η νεολαία και ο λαός στη γωνία.

Γνωρίζουμε ότι οι κινήσεις και οι ενέργειες των αυτόκλητων σωτήρων ποτέ δε βοήθησαν διόλου το μυαλό και την καρδιά ούτε ενός αγωνιστή. Αντίθετα, την επόμενη μέρα των κινήσεών τους ήταν πιο δύσκολο να γίνει απεργία στο εργοστάσιο, την οικοδομή, το γραφείο και ήταν πιο δύσκολο ο μαθητής και ο φοιτητής να κατέβουν σε διαδήλωση.

Μετά από κάθε χτύπημα, τα ξένα αφεντικά, οι ιμπεριαλιστές, δηλώνουν πρόθυμοι να βοηθήσουν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας δηλαδή να ενισχύσουν τους πράκτορες και τους μηχανισμούς τους. Για να παρεμβαίνουν έτσι αποτελεσματικότερα στις εξελίξεις στη χώρα.

Το κράτος με μεγαλύτερη άνεση και χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές ταλαιπωρίες εξοπλίζεται καλύτερα. Μετά από κάθε χτύπημα το σύστημα βρίσκει ευκαιρία να επιτεθεί στη διαδικασία οργανικής και ζωντανής σύνδεσης της οργανωμένης πάλης με τους χιλιάδες οργισμένους που η επίθεση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος βγάζει στο δρόμο.

Τούτες οι ενέργειες, συνειδητά ή ασυνείδητα, χρησιμοποιούμενες ή όχι από κέντρα εξουσίας πάντα ρίχνουν νερό στο μύλο της επίθεσης του συστήματος στο λαό και τη νεολαία.

Τούτες οι ενέργειες καθόλου δεν ενδιαφέρονται για τη νεολαία, για το λαό, που πρέπει όχι μόνο να τους γυρίσει την πλάτη αλλά και να τις φτύσει κατάμουτρα.

Γιατί τούτες οι ενέργειες όχι μόνο δεν καλούν σε αγώνες που θα ανατρέπουν αυτά που σχεδιάζονται για το λαό χωρίς αυτόν. Κυρίως έχουν προϋπόθεση η νεολαία, ο λαός να μην αντιδρά, να είναι τρομοκρατημένοι, να μην κατεβαίνουν σε διαδηλώσεις και να κάθονται σπίτι τους. Αλλιώς πώς θα’ ναι καρφωμένοι στην τιβί να παρακολουθούν το αστυνομικό θρίλερ με πρωταγωνιστές τους αυτόκλητους σωτήρες να πολεμούν …ποιους τελικά;

Οι ενέργειες όμως που θα δώσουν απάντηση στη καταστολή και στην επίθεση του συστήματος είναι αυτές που θα μαζικοποιήσουν τις αντιστάσεις και τους αγώνες του λαού. Είναι αυτές που το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς επίσημης και μη δεν έχει αναλάβει ακόμη παραμένοντας μέχρι τώρα μόνο στις φραστικές καταδίκες της καταστολής. Δυστυχώς τα πρώτα δείγματα γραφής δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά παρά τα μεγάλα λόγια που ακούστηκαν πριν λίγες μέρες!

antigeitonies

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

ΚΑΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΒΓΑΛΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

καμπάνια της Οργάνωσης Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας





ΚΑΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΒΓΑΛΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

ΝΑ ΣΩΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Ερ­γα­ζό­με­νοι, Ά­νερ­γοι, Νέ­οι,

ο­λο­κλη­ρω­τι­κό πό­λε­μο μας έ­χουν κη­ρύ­ξει οι κα­πι­τα­λι­στές, οι κυ­βερ­νή­σεις τους, η Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση και οι διε­θνείς ι­μπε­ρια­λι­στι­κοί ορ­γα­νι­σμοί, για να ι­σο­πε­δώ­σουν ό­λα τα δι­καιώ­μα­τα και κα­τα­κτή­σεις, το βιο­τι­κό ε­πί­πε­δο, τις ζω­ές μας. Η αντιμετώπιση αυτής της κα­τά­στα­σης ε­κτά­κτου α­νά­γκης είναι πλέον ζή­τη­μα ζω­ής και θα­νά­του για την ερ­γα­τι­κή τά­ξη, τα φτω­χά λα­ϊ­κά στρώ­μα­τα, τη νε­ο­λαί­α.




Πα­γκό­σμια Κρί­ση του Καπι­τα­λι­σμού



Μό­λις και με­τά βί­ας οι α­στι­κές κυ­βερ­νή­σεις με­τρί­α­σαν -προ­σω­ρι­νά- την οι­κο­νο­μι­κή κα­τρα­κύ­λα λό­γω της διε­θνούς κρί­σης. Τα «πα­κέ­τα στή­ρι­ξης» των τρα­πε­ζών, βιο­μη­χά­νων, κερ­δο­σκό­πων κλπ. ση­μαί­νουν ό­μως κρα­τι­κο­ποί­η­ση των χρε­ών και ζη­μιών τους. Μπου­κώνουν τους «α­να­ξιο­πα­θού­ντες» ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ες με χρή­μα­τα που τά­χα δεν «περισ­σεύ­ουν» για τις δικές μας ανάγκες.



Α­στοί, ρε­φορ­μι­στές, ΜΜΕ μας ε­ξη­γούν πως φταί­νε κά­ποια ά­πλη­στα με­γα­λο­στε­λέ­χη, οι υ­περ­βο­λές των α­γο­ρών. Που­λά­νε ψεύ­τι­κες ελ­πί­δες για «αν­θρώ­πι­νη» δια­κυ­βέρ­νη­ση (Ο­μπάμα, κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά κλπ.), παραμύθια για «πρά­σι­νη» α­νά­πτυ­ξη και «ρυθ­μι­σμένο» κα­πι­τα­λι­σμό. Θα τά­ξουν ο,τι­δή­πο­τε για να σώ­σουν το σύ­στη­μά τους.



Η ρί­ζα του κα­κού εί­ναι η λο­γι­κή του κέρ­δους, η α­το­μι­κή ι­διο­κτη­σί­α στα μέσα πα­ρα­γω­γής, το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα και οι α­ντι­φά­σεις του. Γι’ αυ­τό δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να σχέ­διο διε­ξό­δου α­πό την κρί­ση. Οι αλ­λε­πάλ­λη­λες διε­θνείς συ­να­ντή­σεις (G20 κλπ.) δεν δίνουν καμία λύση. Τα δη­μό­σια ελ­λείμ­μα­τα και χρέ­η έ­χουν ε­κτι­να­χτεί, α­πειλώ­ντας ο­λό­κλη­ρες χώ­ρες με κα­τάρ­ρευ­ση. Πα­ρά τις τε­ρά­στιες κρα­τι­κές «ενέ­σεις», στις α­νε­πτυγ­μέ­νες χώ­ρες η οι­κο­νο­μί­α και η πα­ρα­γω­γή συρ­ρι­κνώ­νο­νται. Λου­κέ­τα, α­πο­λύ­σεις, μα­ζι­κή α­νερ­γί­α: πα­ντού οι ερ­γα­ζό­με­νοι βιώ­νουν την α­να­σφά­λεια, την φτώ­χεια, την ε­ξα­θλί­ω­ση, α­κό­μα και την πεί­να.



Αυ­τή εί­ναι η α­λή­θεια, με­τά α­πό 35 χρό­νια θυ­σιών και λε­ηλα­σί­ας του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας. 20 χρό­νια με­τά την κα­τάρ­ρευ­ση του «υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού», α­φού οι κα­πι­τα­λι­στές καυ­χή­θηκαν για το «τέ­λος της ι­στο­ρί­ας» και ότι το σύ­στη­μά τους θα εί­ναι αιώ­νιο, ο κα­πι­τα­λι­σμός περ­νά­ει την με­γα­λύ­τε­ρη κρί­ση του. Νε­ο­φι­λε­λευ­θερι­σμός, «πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση», Νέ­α Τά­ξη Πραγ­μά­των, ό­λα τα μέ­σα για το ξεπέρασμα της μα­κρό­χρο­νης κρί­σης του συ­στή­μα­τος (α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’70) α­πέ­τυ­χαν και ε­ξα­ντλή­θη­καν. Μό­νη διέ­ξο­δος για το κε­φά­λαιο να φορ­τώ­σει την κρί­ση στις δι­κές μας πλά­τες: με νέα «α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των α­γορών», κρα­τι­κές ε­νι­σχύ­σεις σε βά­ρος κά­θε κοι­νω­νι­κής δα­πά­νης, πλή­ρη διά­λυ­ση των ερ­γα­σια­κών σχέ­σε­ων, υ­πε­ρεκ­με­τάλ­λευ­ση χω­ρίς ό­ριο…



Η κρί­ση α­πο­κά­λυ­ψε τε­ρά­στιες α­νι­σορ­ρο­πί­ες και συ­γκρού­σεις συμ­φε­ρό­ντων. Η α­ναρ­χί­α του πα­γκό­σμιου κα­πι­τα­λι­σμού/ι­μπε­ρια­λι­σμού ο­ξύ­νει τους α­ντα­γω­νι­σμούς, ε­ξα­πλώ­νε­ι τον πό­λε­μο (Μ. Ανα­το­λή, Καύ­κα­σος, Λ. Α­με­ρι­κή, ε­ξο­πλι­σμοί και πυ­ρη­νι­κά ό­πλα κλπ.). Οι δη­μο­κρα­τι­κές ε­λευ­θε­ρί­ες στραγγαλίζονται για την κα­τά­πνι­ξη α­γώ­νων, κι­νη­μά­των, ε­ξε­γέρ­σε­ων. Η πρω­το­φα­νής οι­κο­λο­γι­κή κρί­ση, αποτέλεσμα του πα­ρα­λο­γι­σμού του κέρ­δους, γίνεται νάρκη στο μέλ­λον της αν­θρωπό­τη­τας. Τρο­μα­κτι­κές απειλές συσ­σω­ρεύ­ο­νται ε­νά­ντια στο προ­λε­τα­ριά­το και τους λα­ούς, κά­νο­ντας στις αρ­χές του 21ου αιώ­να το δί­λημ­μα «Σο­σια­λι­σμός ή Βαρ­βα­ρό­τη­τα» πιο ε­πι­τα­κτι­κό α­πό πο­τέ.




ΔΕΝ ΠΕ­ΡΙ­ΜΕ­ΝΟΥ­ΜΕ ΤΙ­ΠΟ­ΤΑ Α­ΠΟ ΤΑ ΚΟΜ­ΜΑ­ΤΑ ΤΟΥ ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙΟΥ



Η κρί­ση επιτάχυνε την ώ­ρα της α­λή­θειας για τον ελληνικό καπιταλισμό: πε­ριο­ρι­σμέ­νη πα­ρα­γω­γι­κή βά­ση στα ό­ρια της ε­ξάρ­θρω­σης, κά­θε­τη πτώ­ση των ε­πεν­δύ­σε­ων, ελ­λείμ­μα­τα και χρέ­η (κρά­τους, νοι­κο­κυ­ριών, ε­πι­χει­ρή­σε­ων κλπ.) «στο κόκ­κι­νο», έ­κρη­ξη λου­κέ­των και α­νερ­γί­ας. Η κρί­ση και οι α­ντα­γω­νι­σμοί μέ­σα στην Ε­Ε κά­νουν το α­διέ­ξο­δο ακό­μα πιο έ­ντο­νο.



Τα δύ­ο α­στι­κά κόμ­μα­τα, ΠΑ­ΣΟΚ και ΝΔ, είναι συνυπεύθυνα. Με ί­δια κι α­πα­ράλ­λα­χτη πο­λι­τι­κή, χει­ρο­τέ­ρευ­σαν την κρί­ση, «τα έδω­σαν ό­λα» σε μια χού­φτα αν­θρώ­πων του πλού­του, έ­θρε­ψαν τα διαρ­κή σκάν­δα­λα, την ω­μή λε­η­λα­σί­α του δη­μό­σιου χρή­μα­τος. Οδήγησαν στη με­γα­λύ­τε­ρη πο­λι­τι­κή κρί­ση με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, στον ευ­τε­λισμό κά­θε πο­λι­τι­στι­κής και η­θι­κής α­ξί­ας, με­τα­τρέ­πο­ντας την κοινω­νί­α σε σκου­πι­δο­τε­νε­κέ της προκλητικής δια­φθο­ράς και σή­ψης τους. Α­πό κο­ντά το ΛΑ­ΟΣ, με το δη­λη­τήριο της α­κρο­δε­ξιάς, φα­σί­ζου­σας προ­πα­γάν­δας του.



Κα­μί­α κυ­βέρ­νη­ση τους δεν θα μας βγά­λει α­πό την κρί­ση, κανένας συνδυα­σμός τους με α­ρι­στε­ρά ή δε­ξιά δε­κα­νί­κια. Μό­νη φρο­ντί­δα τους η σω­τη­ρί­α του κε­φα­λαί­ου, η δια­τή­ρη­ση του ση­με­ρι­νού βρώ­μι­κου κα­θε­στώ­τος. Η ε­πί­θε­σή τους μας α­πει­λεί πλέ­ον με πραγ­μα­τι­κή ε­ξό­ντω­ση:



- Η α­κρί­βεια έ­χει κά­νει τους μι­σθούς φι­λο­δώ­ρη­μα, ε­νώ ε­μείς πα­λεύου­με με δεύ­τε­ρες και τρί­τες δου­λειές, πνι­γό­μα­στε στα δα­νει­κά. Τώ­ρα ετοι­μά­ζο­νται και νέ­ες φο­ρο­ε­πι­δρο­μές.

- Πα­γώ­νουν-Μειώ­νουν τους μι­σθούς, αρχικά στο δη­μό­σιο και ανάβοντας «πρά­σι­νο φως» σε ό­λους τους ερ­γο­δό­τες.

- Με πρόσχημα τη «δια­τή­ρη­ση των θέ­σε­ων ερ­γα­σί­ας»(!), ε­ξα­πλώ­νουν πα­ντού τις ε­λα­στι­κές-δου­λι­κές σχέ­σεις ερ­γα­σί­ας (με­ρι­κή και α­να­σφά­λι­στη ερ­γα­σί­α, δια­θε­σι­μό­τη­τες και εκ πε­ρι­τρο­πής ερ­γα­σί­α, συμ­βα­σιού­χοι, «ερ­γο­λα­βι­κοί», «νοι­κια­σμέ­νοι» ερ­γα­ζό­με­νοι κλπ.). Θέ­λουν να κα­ταρ­γήσουν τις συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις.

- Με­τα­τρέ­πουν Παι­δεί­α, Υ­γεί­α και Α­σφά­λι­ση σε πα­νά­κρι­βα ε­μπο­ρεύ­μα­τα για λί­γους. Ξε­που­λά­νε και τις τε­λευ­ταί­ες δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες πχ. πρό­σφα­τα το νε­ρό της Θεσ­σα­λο­νί­κης (ΕΥΑΘ).

- Ε­τοι­μά­ζουν νέ­α α­ντια­σφα­λι­στι­κά μέ­τρα, την πλή­ρη διά­λυ­ση της κοινω­νι­κής α­σφά­λι­σης. Κα­τάρ­γη­ση βα­ρέ­ων-αν­θυ­γιει­νών, παραπέρα μεί­ω­ση συ­ντά­ξε­ων και αύ­ξη­ση ο­ρί­ων η­λι­κί­ας, ε­πι­δό­τη­ση-μείωση των εργοδοτικών ει­σφο­ρών των νέ­ων (για να ξε­φορ­τω­θούν οι κα­πι­τα­λι­στές κι αυ­τή την υ­πο­χρέ­ω­ση).



Η λεηλασία κράτους-καπιταλιστών έχει χρεοκοπήσει τα ασφαλιστικά ταμεία. Τα σπρώ­χνουν στην κα­τάρ­ρευ­ση, για να τσα­κί­σουν κά­θε κοι­νω­νι­κή προ­στα­σί­α και αλ­λη­λεγ­γύ­η, να κά­νουν τα λε­φτά της α­σφά­λι­σης «ε­νι­σχύ­σεις» στους κα­πι­τα­λι­στές. Μα­ζί διαλύουν και τη δη­μό­σια υ­γεί­α (μεί­ω­ση-κα­τάρ­γηση της δω­ρε­άν πε­ρί­θαλ­ψης, αύ­ξη­ση της συμ­με­το­χής των ερ­γα­ζο­μέ­νων στο κό­στος κλπ.).



Για να πε­ρά­σουν αυ­τό τον κοι­νω­νι­κό φα­σι­σμό, σκλη­ραί­νουν την κα­τα­στολή. Τρο­μο­κρα­τούν και διαι­ρούν τους ερ­γα­ζό­με­νους με τα πο­γκρόμ των με­τανα­στών. Όλα πα­ρα­κο­λου­θού­νται (χα­φιε­δο­κά­με­ρες, η­λε­κτρο­νι­κό φα­κέ­λωμα κλπ.) και τρο­μο­νό­μοι ε­πι­στρα­τεύ­ο­νται ε­νά­ντια σε α­γω­νι­στές. Η α­στυ­νο­μί­α και τα «ει­δι­κά σώ­μα­τα»-συμ­μο­ρί­ες της ε­ξο­πλί­ζο­νται σαν α­στα­κοί (η­λε­κτρο­φό­ρα ό­πλα, πλα­στι­κές σφαί­ρες, τε­θω­ρα­κι­σμέ­να κλπ.) και ε­τοι­μά­ζε­ται η χρη­σι­μο­ποί­η­ση του στρα­τού σε α­στυ­νο­μι­κά κα­θή­κο­ντα. Οι διώ­ξεις σω­μα­τεί­ων και συν­δι­κα­λι­στών εί­ναι κα­θη­με­ρι­νές. Η μαφιόζικη, δο­λο­φο­νική ε­πί­θε­ση με βιτριόλι ε­νά­ντια στη συνδικαλίστρια Κων­στα­ντί­να Κού­νε­βα συμβολίζει το μέλ­λον που μας ε­τοι­μά­ζουν.





ΡΕ­ΦΟΡ­ΜΙ­ΣΤΙ­ΚΗ Α­ΡΙ­ΣΤΕ­ΡΑ - Υ­ΠΟ­ΤΑΓ­ΜΕ­ΝΟΣ ΣΥΝΔΙ­ΚΑ­ΛΙ­ΣΜΟΣ:

ΚΑΜΙΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ



Το ΚΚΕ, παρά τη ρητορεία του, δια­σπά και α­πο­δυ­να­μώνει τους α­γώ­νες, τους χρησιμοποιεί α­πο­κλει­στι­κά για την ε­κλο­γι­κή του ε­νί­σχυ­ση. Στά­θη­κε α­προ­κά­λυ­πτα ε­χθρι­κό και «νο­μι­μό­φρον» στην ε­ξέ­γερ­ση της νε­ο­λαίας το Δε­κέμ­βρη του 2008, ό­πως και α­πέ­να­ντι σε ό,τι ρι­ζο­σπα­στι­κό δεν ε­λέγ­χει. Η «Λα­ϊκή Οι­κο­νο­μί­α-Ε­ξου­σί­α» του, χω­ρίς ε­πα­να­στα­τι­κή α­να­τρο­πή, εί­ναι μια σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή ου­το­πί­α, που συ­νο­δεύ­ε­ται με λι­βά­νι­σμα του αποκρουστικού «υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού».



Ο ΣΥΝ/ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ό­σο κι αν υ­πο­στη­ρί­ζει κά­ποια κι­νή­μα­τα, έ­χει τα μάτια α­πο­κλει­στι­κά στραμ­μέ­να στις ε­κλο­γές και το κοι­νο­βού­λιο. Υ­πο­κρί­νε­ται α­πέ­να­ντι στην κρί­ση, κα­ταγ­γέλ­λοντας μό­νο ο­ρι­σμέ­νες «κα­κές» πλευ­ρές του κα­πι­τα­λι­σμού. Είναι υ­πέρ της κα­πι­τα­λι­στι­κής/ι­μπε­ρια­λι­στι­κής Ε­Ε ή την α­πο­δέ­χε­ται μοι­ρολα­τρι­κά. Mε­γά­λα κομ­μά­τια του εί­ναι έ­τοι­μα να προ­σφέ­ρουν υ­πη­ρε­σί­ες στο σύ­στη­μα, συμμετέχοντας σε μια «προ­ο­δευ­τι­κή» κυ­βέρ­νη­ση.



Την ίδια στιγμή που η κρίση μας τσακίζει, η ηγεσία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ κα­τα­θέ­τει «υ­πεύ­θυ­νες προ­τάσεις» μαζί με τους βιο­μή­χα­νους. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, ειδικά στην «κορυφή», έχει αποδεχτεί την «αγορά», δεν ορ­γα­νώ­νει α­γώ­νες, μας ξε­που­λά­ει στις πιο κρί­σι­μες στιγμές (Α­σφα­λι­στι­κό), α­δια­φο­ρεί ε­γκλη­μα­τι­κά για τους νέ­ους και «ε­λα­στι­κούς» ερ­γα­ζό­με­νους. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτή τη γάγ­γραι­να, πριν θά­ψει τα συν­δι­κά­τα ως ορ­γα­νώ­σεις των ερ­γα­ζο­μέ­νων.





ΤΗΝ ΚΡΙ­ΣΗ ΝΑ ΠΛΗ­ΡΩ­ΣΟΥΝ ΟΙ ΚΑ­ΠΙ­ΤΑ­ΛΙ­ΣΤΕΣ



Ή ΑΥ­ΤΟΙ Ή Ε­ΜΕΙΣ!



Σ’ ό­λο τον κό­σμο, οι εργαζόμενοι πα­λεύ­ουν με δια­δη­λώ­σεις, α­περ­γί­ες και κα­τα­λή­ψεις ερ­γο­στα­σί­ων, «α­πα­γά­γουν» τα κα­λο­χορ­τα­σμέ­να α­φε­ντι­κά τους, συ­γκρού­ο­νται με την α­στυ­νο­μί­α, φω­νά­ζουν: ΔΕΝ ΘΑ ΓΙ­ΝΟΥ­ΜΕ ΘΥ­ΜΑ­ΤΑ ΤΗΣ ΚΡΙ­ΣΗΣ ΣΑΣ!



Στην Ελ­λά­δα, μι­κρές και με­γά­λες μά­χες δί­νο­νται κα­θη­με­ρι­νά: οι α­περ­γί­ες του Α­σφα­λι­στι­κού, των δα­σκά­λων, ναυ­τερ­γα­τών και λι­με­νερ­γα­τών, ο α­γώ­νας των ω­ρο­μί­σθιων για στα­θε­ρή δουλειά, των φοι­τη­τών για δη­μό­σια δω­ρε­άν παι­δεί­α. Πλη­θαί­νουν οι α­ντι­στά­σεις στις «γα­λέ­ρες» του ι­διω­τι­κού το­μέα, νέα σω­μα­τεί­α συγκροτούνται. Το κί­νη­μα αλ­λη­λεγ­γύ­ης στην Κων­στα­ντί­να Κού­νε­βα, η εξέ­γερ­ση της νε­ο­λαί­ας τον Δε­κέμ­βρη του 2008, το δεί­χνουν κα­θα­ρά: ΔΕΝ ΠΑ­ΕΙ ΑΛΛΟ - εί­ναι πια και­ρός να μπουν μπρο­στά τα δι­κά μας δι­καιώ­μα­τα και α­νά­γκες.





Να πά­ρου­με τη ζω­ή μας στα χέ­ρια μας



Δεν εί­ναι ε­πι­λο­γή να πε­ρι­μέ­νου­με «λύ­σεις» α­πό «σω­τή­ρες» ή τις ε­κλο­γές. Να α­η­διά­ζου­με με τους ξε­που­λη­μέ­νους γρα­φειο­κρά­τες και τους σά­πιους πο­λι­τι­κούς, αλ­λά να μην συμ­με­τέ­χου­με στους α­γώ­νες, να ξα­να­ψη­φί­ζου­με και να ξα­ναστη­ρι­ζό­μα­στε σ’ ό­λους αυ­τούς. Μό­νη ε­πι­λο­γή είναι να στη­ρι­χτού­με στις δι­κές μας δυ­νά­μεις.

- Αναπτύσσοντας και ενώνοντας ό­λους τους α­γώνες, ενάντια σε κά­θε διά­σπα­ση και κα­τα­κερ­μα­τι­σμό.

- Με α­πο­φα­σι­στι­κές μορ­φές πά­λης, που μπο­ρούν να νι­κή­σουν: α­περ­γί­ες, μα­χη­τι­κές δια­δη­λώ­σεις, κα­τα­λή­ψεις. Ό­χι τις «ντου­φε­κιές στον α­έ­ρα» της συν­δι­κα­λι­στι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας, χω­ρίς στό­χους και κλιμά­κω­ση.

- Με την αυ­το­ορ­γά­νω­σή μας: χτί­ζο­ντας σω­μα­τεί­α, ε­πι­τρο­πές α­γώ­να και συ­ντο­νι­στι­κά, συμ­με­τέ­χο­ντας μα­ζι­κά σε γε­νι­κές συ­νε­λεύ­σεις, στους χώ­ρους δου­λειάς, τις γει­το­νιές, τις σχο­λές.





Χρεια­ζό­μα­στε ε­πει­γό­ντως έ­να Πρό­γραμ­μα Σω­τη­ρί­ας



Σε ό­λους μας μπαίνει το ε­ρώ­τη­μα: Θα α­φή­σου­με να μας πνί­ξει ο Μεσαίωνας του κεφαλαίου, η φτώ­χεια, η ε­ξα­θλί­ω­ση και η α­πό­γνω­ση;



Χρεια­ζό­μα­στε μια α­πο­φα­σι­στι­κή ρή­ξη, μια ε­ναλ­λα­κτι­κή-α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή. Οι ερ­γα­ζό­με­νοι εί­μα­στε η συ­ντρι­πτι­κή κοινωνική πλειο­ψη­φί­α, οι πα­ρα­γωγοί του πλού­του. Οι ζω­ές μας εί­ναι πά­νω από τα κέρ­δη τους. Δεν ζη­τια­νεύου­με. Α­παι­τού­με την ι­κα­νο­ποί­η­ση των α­να­γκών μας. Χρή­ματα υ­πάρ­χουν, τα τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρια που χαρίζονται στους επιχειρηματίες. Να τα πά­ρου­με απ’ ό­που κι αν βρί­σκο­νται, για να εφαρμόσουμε ά­με­σα έ­να Πρό­γραμ­μα Σω­τη­ρί­ας α­πό την κρί­ση.



- Ού­τε μια χα­μέ­νη θέ­ση ερ­γα­σί­ας. Να α­πα­γο­ρευ­τούν με νό­μο οι α­πο­λύ­σεις. Κα­τάρ­γη­ση κά­θε μορ­φής ε­λα­στι­κής ερ­γα­σί­ας. Ά­με­ση κα­θιέ­ρω­ση του 35ω­ρου-5νθήμε­ρου-7ω­ρου και αν χρεια­στεί α­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη μεί­ω­ση των ω­ρών ερ­γα­σί­ας.



- Φτά­νουν πια τα λου­κέ­τα, που μας α­φή­νουν με οι­κο­νο­μι­κά «κου­φά­ρια», χω­ρίς μέλ­λον. Να γί­νει κα­τά­λη­ψη σε κά­θε επι­χεί­ρη­ση που κλεί­νει, με­τα­φέ­ρε­ται ή α­πο­λύ­ει, απαιτώντας το ά­νοιγ­μα των λο­γι­στι­κών βι­βλί­ων, κρα­τι­κο­ποί­η­ση χω­ρίς α­πο­ζη­μί­ωση και κά­τω α­πό ερ­γα­τι­κό έ­λεγ­χο, α­κό­μα και με δή­μευ­ση της πε­ριου­σί­ας των καπι­τα­λι­στών ι­διο­κτη­τών.



- Αύ­ξη­ση μι­σθών και συ­ντά­ξε­ων, με στό­χο 1.400 ευ­ρώ βασι­κό μι­σθό για ό­λους. Ερ­γα­τι­κός έ­λεγ­χος και πλα­φόν στις τι­μές των ει­δών λα­ϊ­κής κα­τα­νά­λω­σης. Βα­ριά φο­ρο­λο­γί­α του κε­φα­λαί­ου, των ει­δών πο­λυ­τε­λεί­ας, των με­γά­λων ει­σο­δη­μά­των.



- Αύ­ξη­ση των κοι­νω­νι­κών δα­πα­νών μ’ έ­να πρό­γραμ­μα οι­κο­δό­μη­σης σχο­λεί­ων, νο­σο­κο­μεί­ων, ερ­γα­τι­κών-λα­ϊ­κών κα­τοι­κιών, προ­στα­σί­ας του πε­ρι­βάλ­λο­ντος - σε βά­ρος των δα­πα­νών στρα­τού και α­στυ­νο­μί­ας. Δη­μό­σια-δω­ρε­άν υ­γεί­α και παι­δεί­α για ό­λους.



- Ά­με­ση επιστροφή όλων των κλεμ­μέ­νων στα α­σφα­λι­στι­κά τα­μεί­α. Να δο­θεί και το τε­λευ­ταί­ο ευ­ρώ που χρω­στά­νε κρά­τος-ερ­γο­δό­τες, να ασφα­λι­στούν ό­λοι οι ερ­γα­ζό­με­νοι. Να στα­μα­τή­σει κά­θε τζο­γά­ρι­σμα των α­πο­θεμα­τι­κών, να ε­πι­στρα­φεί ό,τι χά­θη­κε σε χρη­μα­τι­στή­ρια, δο­μη­μέ­να ο­μό­λο­γα, «το­ξι­κές» ε­πεν­δύ­σεις. Ά­με­ση κρα­τι­κή χρη­μα­το­δό­τη­ση και εγ­γύ­η­ση των τα­μεί­ων και των α­πο­θε­μα­τι­κών τους.



- Να ε­πα­να­κρα­τι­κο­ποι­η­θούν ό­σες δη­μό­σιες ε­πι­χει­ρή­σεις/υ­πη­ρε­σί­ες ι­διω­τι­κο­ποι­ή­θη­καν, κά­τω α­πό ερ­γα­τι­κό-κοι­νω­νι­κό έ­λεγ­χο, με ρι­ζι­κή μείω­ση των τι­μο­λο­γί­ων για τους ερ­γα­ζό­με­νους και τα λα­ϊ­κά στρώ­μα­τα.



- Πά­γω­μα ό­λων των χρε­ών ερ­γα­ζο­μέ­νων και α­γρο­τών και ό­σων έ­χουν πά­ρει δά­νειο για πρώ­τη κα­τοι­κί­α. Κά­θε πλει­στη­ρια­σμού και κα­τά­σχε­σης σπιτιού ή α­γρο­τι­κής γης, των χρεών των μι­κρών ε­πι­χει­ρή­σε­ων προς τις τρά­πε­ζες.





Το μέλ­λον μας δεν εί­ναι ο Κα­πι­τα­λι­σμός και η μι­ζέ­ρια του



Δεν μπο­ρούμε όμως να σωθούμε από την κρίση αν στα­μα­τήσουμε στο κα­τώ­φλι του πραγματικού προ­βλή­μα­τος, που εί­ναι το ί­διο το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα. Πρέ­πει να φτά­σου­με μέ­χρι την α­να­τρο­πή του, ανοίγοντας τον δρό­μο για μια άλ­λη κοι­νω­νί­α, δη­μο­κρα­τι­κή, ρι­ζο­σπα­στι­κή, σο­σια­λι­στι­κή, στην Ελ­λά­δα, την Ευ­ρώ­πη και τον κό­σμο.



Μια σο­σια­λι­στι­κή κοι­νω­νί­α που τίποτα κοινό δεν έ­χει με τα εκτρώματα του «υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού», αλ­λά θα θε­με­λιώ­νε­ται σε όρ­γα­να ερ­γα­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας και αυ­το­διαχείρι­σης, με δη­μο­κρα­τι­κά δικαιώματα και ατομικές ε­λευ­θε­ρί­ες πο­λύ α­νώ­τε­ρα κι απ’ τις πιο α­νε­πτυγ­μέ­νες α­στι­κές δη­μο­κρα­τί­ες. Με μια πλή­ρως α­να­διαρ­θρω­μέ­νη οι­κο­νο­μί­α, με ε­πί­κεντρο τον άν­θρω­πο και τις α­νά­γκες του, τις α­νά­γκες των πιο φτω­χών πε­ριο­χών της Ευρώπης και του κόσμου, του πε­ρι­βάλ­λο­ντος.



Να σπά­σου­με την α­λυ­σί­δα της α­το­μι­κής ι­διο­κτη­σί­ας στα μέ­σα πα­ρα­γωγής, να τσακίσουμε το α­στι­κό κρά­τος που προ­α­σπί­ζει τα συμ­φέ­ρο­ντα του κε­φα­λαί­ου. Να ε­γκα­θι­δρύ­σου­με την ε­ξου­σί­α των ερ­γα­ζο­μέ­νων και να προ­χω­ρήσου­με στη σο­σια­λι­στι­κή ορ­γά­νω­ση της οι­κο­νο­μί­ας, κοι­νω­νι­κο­ποιώ­ντας τις με­γά­λες ε­πι­χει­ρή­σεις στους το­μείς-κλει­διά (τρά­πε­ζες, με­τα­φο­ρές, επι­κοι­νω­νί­ες, ε­νέρ­γεια κλπ.), βά­ζο­ντας ό­λες τις με­γά­λες κοι­νω­νι­κές ε­πι­λο­γές (ενεργειακή και βιο­μη­χα­νι­κή πο­λι­τι­κή, δια­τρο­φή και υ­γεί­α, πε­ρι­βάλ­λον και οι­κο­λο­γί­α, πο­λι­τι­σμός κλπ.) κά­τω α­πό έ­ναν συλλο­γι­κό δη­μο­κρα­τι­κό σχε­δια­σμό. Αυ­τή εί­ναι η μό­νη ε­ναλ­λα­κτι­κή λύ­ση α­πέ­να­ντι στην καπιταλιστική κρίση, στην α­στι­κή κοι­νω­νί­α της διαφθοράς, σήψης και εκ­με­τάλ­λευ­σης, του ρα­τσι­σμού, της κα­τα­στο­λής, του πο­λέ­μου, της οι­κο­λο­γι­κής κα­τα­στρο­φής.





- Ε­νό­τη­τα – Κλι­μά­κω­ση με Α­περ­γί­ες και Κα­τα­λή­ψεις



- Οι α­γώ­νες στα χέ­ρια των ερ­γα­ζο­μέ­νων



- Α­πα­γό­ρευ­ση Α­πο­λύ­σε­ων – Ερ­γα­τι­κός Έ­λεγ­χος στην οι­κο­νο­μί­α



ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟ­ΣΙΑ­ΛΙ­ΣΤΙ­ΚΗ ΔΙΕ­ΞΟ­ΔΟ Α­ΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙ­ΣΗ



ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΔΙΕΘΝΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ



www.okde.gr

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΧΡ. ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ:



Κυρία πρόεδρε, κυρίες και κύριοι δικαστές
Οπως είπα και στο προηγούμενο δικαστήριο, προβληματίστηκα πολύ για το τι θα σας πω σήμερα. Οχι μόνο γιατί όλα έχουν ειπωθεί, αλλά και γιατί τα πράγματα, στο βαθμό που σας αφορούν, είναι εξαιρετικά απλά. Πριν σας εξηγήσω γιατί είναι εξαιρετικά απλά, θα επαναλάβω και σε σας πως όσα θα πω, ανεξάρτητα από το πώς θα τα χαρακτηρίσετε εσείς, για μένα δεν συνιστούν απολογία.
Δεν είμαι εγκληματίας για να απολογηθώ για κάτι. Βρίσκομαι κατηγορούμενος για την πολιτική μου δράση, που είναι ταυτισμένη με την ίδια τη ζωή μου. Μια δράση που ήταν στην υπηρεσία του Ελληνικού λαού και αυτός είναι ο μόνος αρμόδιος για να την κρίνει. Επομένως, δεν έχω να απολογηθώ για τίποτα σε ένα δικαστήριο της άρχουσας τάξης. Μην κάνετε το λάθος να το πάρετε και εσείς προσωπικά. Είναι ιδεολογική και πολιτική προσέγγιση, που πηγάζει από την κοσμοθεωρία μου. Μαρξιστής ήμουν, είμαι και θα παραμείνω, επομένως δεν μπορώ να δεχτώ πως υπάρχουν θεσμοί ανεξάρτητοι και υπερταξικοί. Ολοι οι θεσμοί είναι ταξικοί.
Oσα θα πω στη συνέχεια, λοιπόν, δεν τα θεωρώ απολογία. Τα θεωρώ κατάθεση απόψεων, κατάθεση ψυχής, ενώπιον του ελληνικού λαού, του μόνου αρμόδιου να κρίνει την πολιτική μου δράση και την ιστορική διαδρομή του ΕΛΑ
Ομως, μια και είναι η τελευταία φορά που μιλάω απ’ αυτή τη θέση, είμαι υποχρεωμένος να αναφερθώ στην προσωπική πολιτική μου διαδρομή. Οσο πιο συνοπτικά γίνεται. Γιατί δεν είναι δυνατόν να κλείσεις 50 χρόνια μέσα σε μια ώρα. Δεν πρόκειται να πω καινούργια πράγματα. Ο,τι είχα να πω το είπα από την πρώτη δίκη. Θα τα ξαναπώ, όμως, γιατί πρέπει.
Κυρία πρόεδρε, κυρίες και κύριοι δικαστές
Οι προσωπικές μου επιλογές είναι ταυτισμένες με την πορεία της ζωής μου. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, ένα σύντομο βιογραφικό, μέσα από το οποίο θα φανεί το δίκαιο των επιλογών μου.
Γεννήθηκα τον Οκτώβρη του 1939 στη Ξυλαγανή Κομοτηνής. Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα. Ηταν ένας από τους τελευταίους, αν όχι ο τελευταίος νεκρός του αλβανικού μετώπου. Μοναχογιός ενός πλούσιου γαιοκτήμονα στο Μπιλέτσι Τρικάλων, σημερινό Παλαιομονάστηρο, με πολύχρονες σπουδές στη Γαλλία.
Η μητέρα μου έζησε μέχρι τα 20 χρόνια της στη Σοβιετική Ενωση, στο Λένινγκραντ. Σπούδαζε Ιατρική, όταν οι μπολσεβίκοι έπιασαν την γιαγιά μου να μαζεύει κρυφά συνάλλαγμα, κατάσχεσαν τις επιχειρήσεις της οικογένειάς της και τους έδιωξαν. Η μητέρα μου δεν πρόλαβε να τελειώσει την Ιατρική, πρόλαβε όμως να γίνει κομμουνίστρια, να γίνει το «μαύρο πρόβατο» της συντηρητικής οικογένειας.
Για να τα βγάλει πέρα με την Κατοχή, η μητέρα μου πηγαίνει να ζήσει στο χωριό του παππού μου. Το Μπιλέτσι είναι ανταρτοχώρι. Η μητέρα μου γίνεται σύνδεσμος των ανταρτών. Επειδή μιλά ξένες γλώσσες, πράγμα σπάνιο για εκείνη την εποχή, αντιλαμβάνεται ότι ο αυστριακός γιατρός, που οι ναζί έχουν εγκαταστήσει στο αρχοντικό του παππού μου, επιτάσσοντας ένα τμήμα του, είναι αντιφασίστας. Τον πείθει να βοηθήσει τον απελευθερωτικό αγώνα και έτσι αρχίζει μια σταθερή ροή φαρμάκων προς τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, ιδιαίτερα κινίνης.
To 1945 επιστρέφουμε στην Αθήνα, όμως κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι ξαναγυρίζω στο χωριό. Η περίοδος αυτή είναι για μένα περίοδος όχι μόνο φυσικής, μα και κοινωνικής και πολιτικής ενηλικίωσης. Στην Αθήνα ακούω τη γιαγια μου να βρίζει τη μητέρα μου «μπολσεβίκα» και «συμμορίτισσα». Στο χωριό βλέπω τις συνέπειες του μοναρχοφασισμού πάνω στους περήφανους ανθρώπους που αγωνίστηκαν για τη λευτεριά αυτού του τόπου. Oι «χαρακτηρισμένοι» ούτε σαν εποχιακοί εργάτες δεν μπορούν να δουλέψουν. Νέοι με πανεπιστημιακά διπλώματα κάθονται στο καφενείο ή δουλεύουν στα χωράφια, αν έχουν. Προϋπόθεση για την αλλαγή της ζωής τους είναι οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης. Η ανεργία θερίζει και φέρνει πείνα, πραγματική πείνα, όχι μεταφορική. Ο χωροφύλακας ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Κι όμως, λίγοι λύγισαν.
Oλα αυτά τα γεγονότα τα έβλεπα και παρ’ όλες τις εξηγήσεις της μητέρας μου δεν μπορούσα, δεν ήθελα πιθανά, να τα συνδυάσω σε ένα κεντρικό πολιτικό μήνυμα. Μέχρι που 17 χρονών συνέβη ένα γεγονός που με συγκλόνισε, με ξύπνησε, με συνειδητοποίησε και σημάδεψε τη ζωή μου. Καθόμουν στην πλατεία του χωριού, όταν με πλησίασε μια γυναίκα με δυο παιδιά. Κρατούσε ένα τετράδιο. Μου είπε: «Πάρτο, είσαι μορφωμένος, είσαι πρωτευουσιάνος, αξιοποίησέ το στη μνήμη του άνδρα μου». Hταν η χήρα του δασκάλου του χωριού, που τον εκτέλεσαν, σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γιατί αρνήθηκε να πει «Ζήτω η Αμερική, κάτω ο Κομμουνισμός». Hταν ένα γράμμα που ξεχείλιζε από αγάπη για τα παιδιά του, τη γυναίκα του, την ανθρωπότητα. Τους εξηγούσε γιατί έπρεπε να πεθάνει για τις ιδέες του.
Αυτό το γράμμα σφράγισε την προσωπικότητα και τη ζωή μου. Αυτή η περήφανη στάση του δάσκαλου, που δεν ήταν ο μόνος, αλλά ένας ανάμεσα σε χιλιάδες κομμουνιστές που αντιμετώπισαν περήφανα το εκτελεστικό απόσπασμα, δίνει την κατ’ αρχήν απάντηση σε όσους αναρωτιούνται γιατί ανέλαβα την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου στον ΕΛΑ, εγώ, ένας άνθρωπος 65 χρονών, όταν ο ανώνυμος κομμουνιστής 30 χρονών πέθαινε για να στηρίξει τις ιδέες του.
Το ξέρω ότι οι κωλοτούμπες σήμερα αποτελούν το εθνικό μας σπορ. Δεν είμαστε όμως όλοι για κωλοτούμπες, κύριε εισαγγελέα. Δεν γεννηθήκαμε όλοι με τις ιδιότητες του χαμαιλέοντα. Αυτός ο τόπος γέννησε ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που είχαν ψηλά την έννοια της κοινωνικής στράτευσης, όπως και τις έννοιες της αξιοπρέπειας, της τιμής και του χρέους. Αυτά είναι που δεν μπορείτε να κατανοήσετε.
Τα δυο τελευταία χρόνια στο σχολείο διάβαζα ό,τι υπήρχε, στα ελληνικά ή στα αγγλικά, σχετικά με το μαρξισμό. Hμουν πεπεισμένος πλέον, πως για την αδικία, τη φτώχεια, την εξαθλίωση, τη βαρβαρότητα που έβλεπα γύρω μου, υπήρχε εξήγηση, υπήρχε αιτία, υπήρχε και διέξοδος.
Αιτία ήταν η ύπαρξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, σχέσεων εκμετάλλευσης και κλοπής της απλήρωτης δουλειάς των εργαζόμενων. Αυτές τις σχέσεις παραγωγής προστάτευε το πολιτικό σύστημα, το κράτος, όλοι οι θεσμοί. Και διέξοδος ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Φορέας αυτής της μεγάλης επαναστατικής αλλαγής, που θα γίνει για λογαριασμό ολόκληρου του εργαζόμενου λαού, είναι η εργατική τάξη, η πιο πρωτοπόρα τάξη της κοινωνίας μας.
Φοιτητής στο Πολυτεχνείο εντάχθηκα στη νεολαία της ΕΔΑ. Με έπεισε ένα από τα πιο σημαντικά στελέχη τότε, με συγκρότηση, με τεράστιες γνώσεις για τη μαρξιστική θεωρία, ταυτισμένο τόσο με τους σκοπούς του Κομμουνιστικού Κόμματος, που δρούσε μέσα και μέσω της ΕΔΑ, σε σημείο που δεν είχε προσωπική ζωή. Είναι ο γνωστός φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος. Τον αναφέρω, γιατί είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των οβιδιακών μεταμορφώσεων ενός πρώην κομμουνιστή. Εξελίχθηκε σε φιλόσοφο της Δεξιάς, σε σπόκμαν της Εκκλησίας, σε απολογητή των Αμερικάνων για τον πόλεμο στο Ιράκ, σε ψυχολόγο της επαναστατικής Αριστεράς.
Σαν φοιτητής συμμετέχω στο φοιτητικό συνδικαλιστικό κίνημα. Το 1961 ήμουν εκλογικός αντιπρόσωπος της ΕΔΑ στις εκλογές της βίας και νοθείας. Εκανα πάνω από 50 τεκμηριωμένες ενστάσεις. Μέχρι το πρωί έγραφε ο δικαστικός αντιπρόσωπος..
Είχα την τύχη να συμμετέχω στη συντακτική επιτροπή ενός θετικού δημιουργήματος, της εφημερίδας της νεολαίας της ΕΔΑ «Πανσπουδαστική», από το τεύχος 32 και μετά ως σκιτσογράφος της. Oι συντάκτες της, προικισμένα στελέχη και ανένταχτοι προοδευτικοί φοιτητές, έδιναν μάχη ανανέωσης στο φοιτητικό συνδικαλισμό. Τα συνεχόμενα ξενύχτια και οι ζωντανές συζητήσεις που παρακολουθούσα με ωρίμασαν πολιτικά. Ξενύχτια με το φόβο των τραμπούκων της παρακρατικής ΕΚOΦ, που οι ηγέτες της έγιναν βουλευτές της ΕΡΕ και μερικοί ήταν και μέχρι πρότινος βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Η μάχη της συντακτικής επιτροπής της «Πανσπουδαστικής» για την ανανέωση του φοιτητικού κινήματος και κατ’ επέκταση του κόμματος, χάθηκε οριστικά το 1963, με την ωμή επέμβαση της ηγεσίας της ΕΔΑ στο περιοδικό. Φοβήθηκαν ότι μπορούσε να δημιουργηθεί ένα αυτοδύναμο, υλικά και πολιτικά, κύτταρο του κόμματος.
Η δεκαετία του ‘60 φέρνει ένα σχίσμα όχι μόνο στο ελληνικό, αλλά στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Είναι η δεκαετία που ολοκληρώνεται η μετάλλαξη των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Από κόμματα επαναστατικά που ήταν, ανεξάρτητα από τις αντιφάσεις, τα λάθη, τις παλινωδίες και την κριτική που μπορούσε κάποιος να τους κάνει, μετατρέπονται σε κόμματα καθεστωτικά. Κόμματα που επιδιώκουν να βρουν μια θεσούλα κάτω από τον κοινοβουλευτικό ήλιο. Κόμματα που ξεπουλάνε τα συμφέροντα του εργαζόμενου λαού για τις δικές τους ιδιαίτερες πολιτικές ανάγκες. Λειτουργούν σαν βαρίδια στα πόδια του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Στη θέση της επαναστατικής στρατηγικής για την ανατροπή του καπιταλισμού βάζουν την ειρηνική συνύπαρξη και το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό, κυλώντας στον οπορτουνισμό. .
Από το 1961 τα ρεύματα της αμφισβήτησης είχαν αρχίσει να φυσάνε και φτάνουν μέχρι την Ελλάδα. Μετά το 1963, τα προβλήματα της ειρηνικής συνύπαρξης, του ειρηνικού περάσματος και της αναγκαιότητας της παράνομης δουλειάς, συζητιούνται ανάμεσα στους κομμουνιστές συνεχώς. Η ηγεσία του ΚΚΕ και της ΕΔΑ έχει μεταλλαχθεί πλήρως, σε βαθμό που στις εκλογές του 1961 και του 1963, τρομοκρατημένη από το 25% που πήρε στις εκλογές του 1958, να ζητά από τα στελέχη να πείσουν τους πρώην εξόριστους και φυλακισμένους, τους συγγενείς και τους φίλους τους, να ψηφίσουν την Eνωση Κέντρου του Παπανδρέου. Να ψηφίσουν το δήμιο της Αντίστασης. Να εγκαταλείψουν τον επαναστατικό δρόμο και να γίνουν ουρά ενός αστικού κόμματος, που το είχαν δημιουργήσει οι ίδιοι οι Αμερικάνοι.
Σ’ αυτή την περίοδο και λόγω αυτής της στάσης, αποχώρησαν από την ΕΔΑ εκατοντάδες κομμουνιστές και τα πιο σημαντικά στελέχη της Νεολαίας. Το δρόμο της αποχώρησης πήρα και εγώ το 1963. Συμμετέχω βέβαια σε όλες τις λαϊκές κινητοποιήσεις και ταυτόχρονα αναζητώ έναν άλλο δρόμο, ανατρεπτικό, επαναστατικό. Δεν ήμουν ο μόνος, άλλωστε.
Hταν φανερό από κάποια στιγμή και μετά, ότι η δικτατορία ερχόταν. Πολύ πριν την  21η  Απρίλη του 1967. Η δικτατορία τελικά ήρθε. Την επέβαλαν συγκεκριμένες ξένες δυνάμεις σε συνεργασία με τους υποτακτικούς τους στην Ελλάδα.
Το βράδυ της 20/4/1967, όπως έμαθα αργότερα, οι νεολαίοι της ΕΔΑ συμμετείχαν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου. Είχαν συμφωνήσει με την ηγετική ομάδα, μετά την κατάληψη, να πάνε στα γραφεία να συζητήσουν τρόπους, μορφές αγώνα, συμπεριφορές, επικοινωνίες, αντίσταση στη δικτατορία που ερχόταν. Βρήκαν τα γραφεία κλειστά!
Εγώ πέρασα από την Oμόνοια, πήρα την «Αυγή» που έγραφε πρωτοσέλιδα ότι δικτατορία δεν θα γίνει και πως καθήκον των στελεχών ήταν να πάνε στην επαρχία να ενισχύσουν τον εκλογικό αγώνα, και ανέβηκα την Πατησίων. Είχα ραντεβού με ένα σύντροφο στη Φωκίωνος Νέγρη. Γωνία Αγίου Μελετίου και Πατησίων με σταμάτησε ένα τανκ. O φαντάρος στον πύργο τα είχε χαμένα. Με παρακαλούσε να φύγω. Δεν ξέρω αν είναι ουτοπία αυτό που θα πω, το πιστεύω όμως ακράδαντα. Διακόσιοι αποφασισμένοι άνθρωποι θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει τεράστιες δυσκολίες στο πραξικόπημα, να μην σας πω πως θα μπορούσαν να το είχαν αποτρέψει. Και υπήρχαν όχι διακόσιοι, αλλά χιλιάδες αποφασισμένοι.
Κατεβαίνοντας την Πατησίων αντίκρισα ένα απίστευτο θέαμα. Χαφιέδες με ιδιωτικά αυτοκίνητα να χτυπούν κουδούνια και άνθρωποι με βαλιτσάκια στο χέρι να βγαίνουν από τις πολυκατοικίες και ήσυχα-ήσυχα να στοιβάζονται στο αυτοκίνητο και να παίρνουν το δρόμο για τον Ιππόδρομο. Αυτή η εικόνα ήταν για μένα ένα σοκ. Oι κομμουνιστές, οι αριστεροί, περίμεναν τη δικτατορία με το βαλιτσάκι τους έτοιμο και έπαιρναν το δρόμο για τα ξερονήσια με σκυμμένο το κεφάλι, χωρίς να έχουν καμιά δυνατότητα αντίστασης. Δεν υπήρχαν οργανώσεις, δεν υπήρχε παράνομος μηχανισμός του κόμματος για να φιλοξενήσει και να οργανώσει τους ανθρώπους που θα αντιστέκονταν, τα πάντα τα είχαν διαλύσει. O αείμνηστος Αγαπίου, όταν ήμασταν μαζί στη φυλακή, μου είχε διηγηθεί ότι ο τρόπος που βρέθηκαν οι νεολαίοι ήταν να περπατάνε μέρα-νύχτα στους κεντρικούς δρόμους –Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, Σταδίου– ελπίζοντας σε τυχαία συνάντηση με κάποιο σύντροφο. Τέτοιες τραγικές στιγμές έζησαν όλοι οι κομμουνιστές.
Το ΚΚΕ φτιάχτηκε από τους κομμουνιστές σαν κόμμα της εργατικής τάξης, για να τη συνδέσει με τον Μαρξισμό και να την οδηγήσει στην επανάσταση, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για να φέρει τον σοσιαλισμό και να δημιουργήσει ένα νέο λαϊκό πολιτισμό. Αυτό το κόμμα πάλεψε, μάτωσε, οι άνθρωποί του στήθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα, κλείστηκαν στα σύρματα, μαρτύρησαν στα κολαστήρια, ήταν αυτοί που σήκωσαν τη σημαία της αντίστασης ενάντια στο ναζιφασίστα κατακτητή, αυτοί που αντιστάθηκαν στη συνέχεια στην αγγλοκρατία και την αμερικανοκρατία. Πώς κάθησαν αυτοί οι άνθρωποι με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας «τον γαλατά να τους χτυπήσει την πόρτα»;
Πολλοί προσπαθούσαμε να βρούμε απαντήσεις σ’ αυτά τα αγωνιώδη ερωτήματα. Κατά τη δική μου άποψη, οι απαντήσεις βρίσκονται καταρχήν στα ιδεολογικοπολιτικά κείμενα του ΕΛΑ, με τα οποία συμφωνώ. Και βέβαια, ακόμα και σήμερα εξακολουθώ να ψάχνω, όσο μου το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, γιατί αυτή η αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.
Η μετάλλαξη του κόμματος από επαναστατική σε καθεστωτική δύναμη είναι αυτή που σφράγισε τη δράση του πριν τη χούντα, στη διάρκεια της χούντας και μετά τη χούντα, με την αποδοχή της φάρσας της μεταπολίτευσης, την απόλυτη νομιμοφροσύνη απέναντι στο αστικό καθεστώς και τη συκοφάντηση κάθε αγωνιστικού σκιρτήματος του λαού και της νεολαίας, ακόμα και τη συμμετοχή σε δυο αστικές κυβερνήσεις το 1989-90.
Χρειάστηκε το σοκ της δικτατορίας, για να προβληματιστούν οι κομμουνιστές, να έχουν ερωτηματικά, να κάνουν κριτική. Είχαν τη γνώση ότι ο κόσμος, είκοσι χρόνια μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, την αντιφασιστική νίκη, ήταν εξίσου σκληρός και βάρβαρος για τους εργαζόμενους και ο φασισμός ήταν ζωντανός και χαμογελούσε. O ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός, ανανεωμένοι, συνέχιζαν το έργο τους. Η αστική δημοκρατία παραχωρούσε μόνο το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα σε πολιτικούς σχηματισμούς και αρχηγούς που τους επέλεγαν και τους προωθούσαν οι ξένες δυνάμεις. Ετσι, η συνείδηση των κομμουνιστών, που αρχικά αφυπνίστηκε μετά το 20ό  συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956 και μαστιγώθηκε από τη διάσπαση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, από τα γεγονότα στην Ινδονησία, τη Χιλή, την Κίνα, το Βιετνάμ, είχε πλέον διαμορφωθεί και από την εμπειρία της εφτάχρονης δικτατορίας της χούντας.
Τα ερωτηματικά σχετιζόντουσαν με τις διαφορετικές εμπειρίες του καθενός, γιατί άλλοι αξιολογούσαν γενικότερα συμπτώματα και ενδείξεις, ενώ οι περισσότεροι αναφερόντουσαν στις εμπειρίες του χώρου που είχαν δράσει. Αλλοι είχαν αναφορά τους χώρους δουλειάς, άλλοι το χώρο των σπουδών τους, άλλοι ζούσαν στην πόλη και άλλοι στην επαρχία.
Στον υπαρκτό σοσιαλισμό κάτι δεν πήγαινε καλά. Ρώσοι και Κινέζοι συγκρούονταν στη Μογγολία, κομμουνιστικά τανκ επιτίθονταν εναντίον άοπλων στην Τσεχοσλοβακία, οι εργάτες στην Πολωνία εξεγείρονταν εναντίον του σοσιαλιστικού κράτους, η εγκατάλειψη των επαναστατημένων Παλαιστίνιων στο Αμάν το 1970, η σφαγή των Σουδανών κομμουνιστών και άλλα. Σημαντικά κινήματα στην Ευρώπη, οι φοιτητές του Ντούτσκε στη Δυτική Γερμανία, ο γαλλικός Μάης, το ιταλικό «ζεστό φθινόπωρο», δεν είχαν κινητήρια δύναμη τα αντίστοιχα κομμουνιστικά κόμματα.
Η στρατιωτική δικτατορία και η συνεπακόλουθη τρομοκρατία εμπόδισαν την επικοινωνία, τις πληροφορίες, τα βιβλία, γιατί ήθελαν, όπως και κάθε αστικό καθεστώς, το άτομο απομονωμένο, να ζει στο μικρόκοσμό του.
Μετά τη δικτατορία, βέβαια, γέμισε ο τόπος αντιστασιακούς. Γέμισαν τα στήθη παράσημα και οι εφημερίδες με ηρωικά πορτραίτα. Η υπαρκτή ή ανύπαρκτη αντιστασιακή δράση έγινε το καλύτερο εισιτήριο για καριέρα, πολιτική ή άλλη. Λίγοι αρνήθηκαν να εξαργυρώσουν τη δράση τους και παρέμειναν σεμνοί μέχρι το τέλος.
Αναφερόμενοι στην περίοδο της δικτατορίας πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην αντίσταση αστικού προσανατολισμού και στην αντίσταση επαναστατικού προσανατολισμού. Υπήρξαν άτομα και ομάδες που έκαναν αντίσταση αστικού προσανατολισμού. Ενοπλη αντίσταση, με βόμβες και επιθέσεις, με συνέπεια πάρα πολλά μέλη τους να φυλακιστούν για χρόνια και αρκετά να βασανιστούν Ομως, στόχος τους και τελικός τους σκοπός ήταν η αποκατάσταση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Υπήρξαν, όμως, και άτομα και ομάδες που έκαναν αντίσταση επαναστατικού-κομμουνιστικού προσανατολισμού. Στόχος τους και τελικός τους σκοπός δεν ήταν η αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού, αλλά η ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.
Τι έκανε ο λαός στη διάρκεια της δικτατορίας; Η πικρή αλήθεια είναι ότι έσκυψε το κεφάλι ηττημένος. Δεν φταίει ο λαός γι’ αυτό. Φταίει η φυσική του ηγεσία που τον πρόδωσε, που δεν του έδωσε καμιά προοπτική και που τον άφησε απροστάτευτο στα νύχια της χούντας και των οργάνων της. Eνα κομμάτι της νεολαίας έσωσε την τιμή του λαού και της Αριστεράς. Κι όμως, αυτό το κομμάτι της νεολαίας και οι αντιστασιακές οργανώσεις που έστησε λοιδορήθηκε και συκοφαντήθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ, που από το 1968 είχε κοπεί στα δύο.
Ακόμα και το Πολυτεχνείο υπονομεύτηκε και συκοφαντήθηκε. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την περιβόητη «Πανσπουδαστική» Νο 8, που χαρακτήριζε προβοκάτορες του Ρουφογάλη και της ΚΥΠ τους φοιτητές που πορεύτηκαν από τη Νομική και κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο;
Στη διάρκεια της δικτατορίας και έχοντας υπόψη μου τα συμβαίνοντα και όλα τα παραπάνω, που ελλειπτικά ανέφερα, έκανα μια προσπάθεια για να προσδιορίσω μια νέα κοινωνική συνείδηση, που θα ξανάδινε στον κομμουνισμό την επαναστατική προοπτική του: κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, κατάργηση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, ένα νέο λαϊκό πολιτισμό. Τώρα ξέρω, γιατί το επιβεβαίωσα, ότι αυτή η νέα κοινωνική συνείδηση θα είναι το αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών αγώνων και φορέας της θα είναι ο οργανωμένος εργαζόμενος λαός. Προσπαθώντας να σταθώ ερευνητικά και κριτικά απέναντι στο ιστορικό γίγνεσθαι, απέναντι σε γεγονότα, απέναντι σε ιδεολογίες, ξέρω ότι η άποψή μου θα είναι τελικά πολιτική. Ξέρω ακόμη ότι η πρόθεσή μου είναι όσα λέω να έχουν άμεση σχέση με τις ιδέες μου, τον κομμουνισμό, τον μαρξισμό. Αυτό είναι σημαντικό για μένα, αλλά προφανώς ασήμαντο πια για άλλους.
Τη δικτατορία την τελείωσαν οι ίδιες δυνάμεις που την επέβαλαν, όταν τα σχέδια τους πέτυχαν και τα συμφέροντά τους κινδύνευαν από τη συνέχισή της. Η λεγόμενη «μεταπολίτευση», με επικεφαλής τον «εθνάρχη Καραμανλή», αποκατέστησε τη «Νέα Δημοκρατία». Με τον Καραμανλή τα μέλη του ΕΛΑ είχαν κάτι κοινό. Είχε και αυτός ψευδώνυμο: «Τριανταφυλλίδης», αν δεν το θυμόσαστε.
Η μεταπολίτευση ήταν μια «αλλαγή φρουράς των Αμερικάνων και του ΝΑΤO», όπως εύστοχα την είχε χαρακτηρίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Μια αλλαγή φρουράς, όμως, που ο λαός δεν την αντιλαμβανόταν ως τέτοια. Τους όποιους προβληματισμούς του φρόντιζαν τα καθεστωτικά κόμματα να τους οδηγήσουν σε ανώδυνες για το σύστημα κατευθύνσεις, ώστε βαθμιαία, με την περιθωριοποίηση του λαού, να στεριώνεται η νέα πολιτική εξουσία, η οποία διαχειριζόταν το ίδιο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, τον καπιταλισμό.
Η επίσημη, η νόμιμη πλέον Αριστερά παίζει με όλο της το «είναι» το παιχνίδι του στεριώματος της νέας εξουσίας. Eτσι εξαγοράζει τη νομιμοποίησή της και τη δυνατότητά της να απολαμβάνει πλέον κοινοβουλευτικές έδρες και κρατικά πόστα. Μετατρέπεται οριστικά και αμετάκλητα σε καθεστωτική δύναμη κι αυτό είναι φανερό από τους πρώτους κιόλας μήνες της μεταπολίτευσης.
Το μεταπολιτευτικό κράτος, λοιπόν, κάνει ό,τι μπορεί για να μη μας αφήσει καμιά αμφιβολία ότι μέσω αυτού υλοποιείται μια τυπική δυναστική μεταβολή, μια αλλαγή φρουράς στο πολιτικό προσωπικό της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Μια από τις κορυφαίες πράξεις του είναι ο χαρακτηρισμός του πραξικοπήματος της χούντας ως «στιγμιαίου». Eτσι, πέρα από την άσκηση δίωξης στους λεγόμενους «πρωταίτιους» του πραξικοπήματος, όλοι οι υπόλοιποι, που στελέχωσαν το κράτος της δικτατορίας –υπουργοί, στρατιωτικοί, δικαστικοί και άλλοι– παραμένουν ατιμώρητοι. Δεν επέρχεται καν μια στοιχειώδης κάθαρση, έτσι για τα μάτια του κόσμου, στον κρατικό μηχανισμό. Oλα τα στηρίγματα της χούντας στη διοίκηση, στο στρατό, στην αστυνομία, στη δικαιοσύνη, στην παιδεία, παραμένουν ακλόνητα. Με τον ίδιο ζήλο που υπηρέτησαν πριν τη δικτατορία υπηρετούν πλέον το κοινοβουλευτικό καθεστώς. Κερασάκι στην τούρτα η «συμπτωματική» κατάθεση μηνύσεων εκατοντάδων κομμουνιστών εναντίων βασανιστών, εκπρόθεσμα.
Και βέβαια, οι «μεγάλοι μας σύμμαχοι», οι Αμερικάνοι και το ΝΑΤO, διατηρούν όλα τα στηρίγματά τους στη νέα εξουσία. Oι υπεύθυνοι για το ματοκύλισμα του λαού μας και για τη διχοτόμηση της Κύπρου εξακολουθούν να λατρεύονται από την άρχουσα τάξη και το πολιτικό της καθεστώς ως προστάτες. O ραγιαδισμός, αυτή η αρρώστια του νεοελληνικού κράτους, που το συνοδεύει από τη γέννησή του ακόμα, εξακολουθεί να αποτελεί την κυρίαρχη ιδεολογία του συστήματος.
Η μεταπολίτευση ήταν μια δυναστική, μια καθεστωτική μεταβολή, ταυτόχρονα όμως αποδέσμευσε ένα τεράστιο κοινωνικό δυναμικό, το οποίο συμπιεζόταν και ασφυκτιούσε την περίοδο της δικτατορίας. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, εργάτες, εργαζόμενοι, φτωχοί αγρότες, νέοι, ξεχύθηκαν στους δρόμους και δημιούργησαν ένα ριζοσπαστικό κίνημα, το οποίο προέβαλε αιτήματα και τα διεκδικούσε με μορφές που είχαν χρόνια να εμφανιστούν στην Ελλάδα.
Βέβαια, αυτό το κίνημα είχε και τις αντιφάσεις και τα όριά του. Θυμάμαι μαζικές και μαχητικές διαδηλώσεις να διαλύονται με τον πιο εύκολο τρόπο από την Αστυνομία, επειδή οι κομματικοί εγκάθετοι έσπρωχναν τον κόσμο στη μη αντίσταση.
Η μεταπολίτευση ήταν μια εντελώς νέα κατάσταση και για την Αριστερά. Oλα τα ζητήματα που είχαν τεθεί στη δεκαετία του ‘60 και τα οποία βάθυναν το σχίσμα ανάμεσα στις καθεστωτικές και τις αντικαθεστωτικές συνιστώσες της Αριστεράς ξανατέθηκαν στις συνθήκες της μεταπολίτευσης. Δεν τέθηκαν μόνο από ανθρώπους και οργανώσεις που είχαν αναπτύξει δράση μέσα στη δικτατορία, αλλά από ένα ευρύτερο επαναστατικό δυναμικό, το οποίο στη διάρκεια της δικτατορίας βρισκόταν σε μια διαδικασία αναζήτησης, χωρίς να έχει βρει οργανωμένο τρόπο για να δράσει. O κόσμος «ψαχνόταν», όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Τα ζητήματα που έμπαιναν σε συζήτηση ήταν πάρα πολλά. Ζητήματα ιδεολογίας και προγραμματικής κατεύθυνσης, ζητήματα πολιτικής τακτικής, ζητήματα οργάνωσης, στο πολιτικό, στο συνδικαλιστικό και στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Σταχυολογώ μερικά από αυτά:
- Ειρηνικό ή επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό;
- Νόμιμη δουλειά ή υποχρεωτικός συνδυασμός νόμιμης και παράνομης δουλειάς;
- Ποιος ο ρόλος της επαναστατικής βίας στις συνθήκες της μεταπολίτευσης;
- Πώς θα οικοδομηθεί ένα ανεξάρτητο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα;
- Ποια σχέση πρέπει να αναπτυχθεί ανάμεσα στην επαναστατική πρωτοπορία και στο μαζικό κίνημα;
Το καθένα από τα παραπάνω ζητήματα αναλυόταν σε δεκάδες υποζητήματα, τα οποία τροφοδοτούσαν συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, φιλολογική δουλειά, πολεμικές. Δίπλα στη νόμιμη κοινοβουλευτική Αριστερά, την «ορθόδοξη» και τη «μοβ» του «εσωτερικού», υπήρχε ένα ολόκληρο κίνημα της επαναστατικής Αριστεράς, με τους δικούς του διαχωρισμούς, τις δικές του έντονες αντιπαραθέσεις. Eνα κίνημα από το οποίο δεν έλειπαν τα καπετανάτα, τα παραγοντιλίκια, τα αρχηγηλίκια, τα κακέκτυπα του ΚΚΕ και του ΚΚΕεσ. σε πιο αγωνιστική έκδοση.
Εκείνη την περίοδο δημιουργήθηκαν διάφορες επιτροπές στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσονταν συζητήσεις για όλα τα επίμαχα ζητήματα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την επιτροπές όπως των «400», των «77», στις οποίες όμως κυριαρχούσαν προσωπικότητες που είχαν προσωπικούς ή κοματικούς πολιτικούς στόχους.
O καθένας είχε τα βιώματά του από την δικτατορία και από τη  «μεταπολίτευση». Είχα και εγώ τα δικά μου και με αυτά τα βιώματα αποφάσισα να συμμετέχω σε μια άλλη επιτροπή. Hταν μια επιτροπή στην οποία μαζευόταν πολύς κόσμος. Aνθρωποι διάφορων ηλικιών και εμπειριών. Από καπεταναίους του ΕΛΑΣ μέχρι νέα παιδιά που έπαιρναν το πρώτο πολιτικό τους βάπτισμα στις συνθήκες της μεταπολίτευσης. Συμμετείχα σε αυτή την επιτροπή γιατί πληρούσε δυο βασικές για μένα προϋποθέσεις: δεν λειτουργούσε σε στενά κομματικά πλαίσια και δεν έβαζε στον εαυτό της την προοπτική να μετεξελιχτεί σε κόμμα. Hταν μια επιτροπή που έβαζε στον εαυτό της το πρακτικό καθήκον να αναπτύξει την αλληλεγγύη στους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες, βοηθώντας τους να αναπτυχθούν σε μαχητική κατεύθυνση.
------------------------------------------------------------------------------------------------
Κυρία πρόεδρε, κυρίες και κύριοι δικαστές
Οπως έλεγα προηγουμένως, μετά τη μεταπολίτευση τέθηκαν επί τάπητος, με πολύ μεγαλύτερη ένταση, όλα τα θέματα που είχαν αρχίσει να συζητιούνται πριν τη δικτατορία.
Μετά τη μεταπολίτευση υπήρξαν αυτοί που σκεφτόντουσαν πώς να βολευτούν σε όποια θέση, ακόμα και δευτερεύουσα, τους παραχωρούσε η εξουσία, αυτοί που το προσωπικό τους βόλεμα το ονόμασαν απογοήτευση από τα κοινωνικά δρώμενα, αυτοί που εντάχθηκαν στα παραδοσιακά κόμματα και τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες και συνέχισαν να πιπιλίζουν τις παλιές συνταγές.
Υπήρξαν και μερικοί που ξεπερνώντας τους ιδεολογικούς διαχωρισμούς θεώρησαν ότι το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί με ενέργειες αντιβίας και οργανώθηκαν σε πολιτικοστρατιωτικούς σχηματισμούς. Τη σημασία της προοπτικής αυτών των οργανώσεων το σύστημα την αντιλήφθηκε πολύ καλά. Σε κάθε διεθνή συνάντηση πάντα συζητούσαν και το θέμα των ένοπλων οργανώσεων. Ας θυμηθούμε τον Κίσινγκερ, αρχιτέκτονα του σχεδίου που κατέληξε στην κυπριακή τραγωδία, τους ομίλους που δημιούργησε και συμμετείχε, τα ποσά των επικηρύξεων.
Τι φοβόντουσαν; Οτι μερικοί ένοπλοι θα ανέτρεπαν τα καθεστώτα; Οχι βέβαια. Φοβόντουσαν τα μηνύματα που πέρναγαν στο λαό. Δηλαδή:
1) Οτι υπάρχει και είναι πραγματοποιήσιμη και αυτή η μορφή πάλης.
2) Οτι μπορεί και πρέπει να σπάσει το μονοπώλιο της βίας από τους εκμεταλλευτές και τους κρατικούς τους μηχανισμούς.
3) Οτι είναι μύθος πως οι μηχανισμοί ξέρουν τα πάντα και επομένως κάθε προσπάθεια δράσης έξω από τα όρια που βάζει το καθεστώς είναι καταδικασμένη. Ιδιαίτερα αυτή ήταν εδραία πεποίθηση των μελών του ΚΚΕ, που τη δημιούργησε και τη συντήρησε η ηγεσία. Γι’ αυτό και ερμήνευαν την αδυναμία του καθεστώτος να πιάσει τους ένοπλους σαν προστασία των «δικών τους ανθρώπων», επιστρατεύοντας τη χαφιεδολογία αντί για την πολιτική αντιπαράθεση.
4) Οτι μπορούσε να σπάσει το μονοπώλιο της πληροφόρησης με τις ενέργειες ένοπλης προπαγάνδας.
5) Οτι οι μηχανισμοί δεν μπορούσαν να προστατεύσουν από τη δίκαιη τιμωρία κανέναν υπεύθυνο για ενεργό συμμετοχή στην εκμετάλλευση και καταπίεση και σε εγκλήματα κατά του λαού.
6)  Οτι γινόταν φανερή η προοπτική της δυνατότητας ανατροπής του συστήματος.
Αυτές οι συζητήσεις και διεργασίες συνδέονταν με σημαντικές εμπειρίες για το ταξικό επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα και παγκόσμια, στην προοπτική της αναπτυσσόμενης σύνδεσης των αντικαπιταλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών αγώνων. Οι εκατό περίπου ένοπλες οργανώσεις στη Βόρεια Αμερική, τα αντάρτικα της Λατινικής Αμερικής, ο αγώνας των Παλαιστίνιων, ο ένοπλος αγώνας στην Ιρλανδία, την Ισπανία και τη χώρα των Βάσκων, οι ένοπλες οργανώσεις στη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, το Βέλγιο και αλλού, που χτυπούσαν το σύστημα, δημιουργούσαν σκέψεις για την αναγκαιότητα μιας πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης και στην Ελλάδα.
Η πρώτη ενέργεια ένοπλης προπαγάνδας έγινε από τον ΕΛΑ με το κάψιμο αμερικάνικων αυτοκινήτων στην αμερικάνικη βάση ελλιμενισμού στην Ελευσίνα. Ακολούθησαν δεκάδες πυρπολήσεις αυτοκινήτων του αμερικάνικου στρατού κατοχής από αυθόρμητες πρωτοβουλιακές ομάδες. Το καθεστώς αντέδρασε άμεσα μετά την εκτέλεση του Γουέλς από την «Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη». Είναι γνωστή η σύσκεψη που έγινε από όλους τους διευθυντές των εφημερίδων, με συμμετοχή όλων των ειδών των παραγόντων, στην οποία αποφασίστηκε να κρύψουν το γεγονός της ανάληψης της ευθύνης από τη 17Ν και να το παρουσιάσουν σαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ πρακτόρων. Τη σκυτάλη πήραν και κρατούν ακόμα οι υπηρέτες του συστήματος, το σύνολο των καθεστωτικών κομμάτων και οι αερολογοριζοσπάστες. Αυτοί που βάφονται με κόκκινο, ροζ ή μοβ χρώμα, για να κρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα, αυτοί που πολέμησαν και πολεμούν τις ένοπλες οργανώσεις αναμασώντας την πρακτορολογία, επειδή δεν είχαν και δεν έχουν να αντιπαραθέσουν ιδεολογικά και πολιτικά επιχειρήματα.
Εκείνη την περίοδο, τέλη 1975 με αρχές 1976, γνωρίστηκα με τον Χρήστο Κασίμη. Η γνωριμία μας ήταν τυχαία. Τον συνάντησα σε μια οικοδομή που επέβλεπα ως μηχανικός και τον αναγνώρισα ως ένα από τα άτομα που ερχόταν στην επιτροπή. O Χρήστος Κασίμης δεν μου είχε προκαλέσει καμιά εντύπωση στην επιτροπή. Δεν ήταν από εκείνους που έπαιρναν το λόγο και προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν το ακροατήριό τους. Oυδέποτε μιλούσε για την πλούσια αντιστασιακή του δράση, ως ένα από τα στελέχη της οργάνωσης «20 Oκτώβρη». Αυτή τη δράση εγώ την πληροφορήθηκα αργότερα. Hταν ένας σεμνός άνθρωπος, ένας ακέραιος αγωνιστής, που η ικανότητά του ήταν να κινητοποιεί τη σκέψη των ανθρώπων γύρω του, επίμονος και ακούραστος, πραγματικό παράδειγμα προς μίμηση. Eνας χαρισματικός άνθρωπος που τιμούσε την ιδιότητα του κομμουνιστή.
Ξαναπήγα σε μια βδομάδα στην οικοδομή, του μίλησα, γνωριστήκαμε από την επιτροπή και κανονίσαμε να τα πούμε.
Yστερα από ένα μήνα συζητήσεων, μου έφερε το ιδεολογικοπολιτικό κείμενο συγκρότησης του ΕΛΑ, τα περίφημα «Χημικά Λιπάσματα», που ο πραγματικός του τίτλος είναι «Για την ανάπτυξη του Ελληνικού Λαϊκού και Επαναστατικού Κινήματος», και μου έκανε πρόταση να μπω στην οργάνωση. Πάνω σ’ αυτό το ντοκουμέντο συζητήσαμε για ένα εξάμηνο. Αναλύσαμε κάθε παράγραφο, κάθε λέξη του. Μετά από αυτό το εξάμηνο συζητήσεων έφτασα σε ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική συμφωνία και έγινα μέλος του ΕΛΑ. Eξι μήνες συζητήσεων και κοινής πολιτικής δουλειάς στο μαζικό κίνημα, δουλειάς που έβλεπα ότι είχε αρχίσει να περνά σε ένα νέο ποιοτικό περιεχόμενο, με έπεισαν και συμφώνησα να συμμετέχω στον ΕΛΑ με τρόπους και περιεχόμενο που θα αναφέρω παρακάτω.
Μετά το 1974, λοιπόν, αρχίζει να αναδύεται και στην Ελλάδα το αυτόνομο κίνημα, που ήδη είχε ιστορία στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Το αυτόνομο κίνημα εξέφραζε τον κοινωνικό ανταγωνισμό στις συνθήκες της γενικής προδοσίας του κινήματος από τη ρεφορμιστική Αριστερά. Το αυτόνομο κίνημα είχε κόψει τις γέφυρες με την καθεστωτική Αριστερά και τα συνδικάτα της, με τα γκρουπούσκουλα που συνέχιζαν την προσπάθειά τους να το ελέγξουν και να το εγκολπωθούν. Διέχεε μέσα στα εργοστάσια και τις γειτονιές νέες μορφές αγώνα, νέες μορφές οργάνωσης βάσης, προσπαθούσε να τις γενικεύσει. Δεν είχε καμιά σχέση με τον δήθεν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό όσων σήμερα σφετερίζονται την ιστορία του, καθισμένοι στα «πολιτικά τους σαλόνια».
Αυτό το αυτόνομο κίνημα δεν ήταν μια αφ’ υψηλού κριτική της «αριστεράς» και της «αριστεράς της αριστεράς». Δεν ήταν απλά αυτόνομο απέναντι στους θεσμικούς οργανισμούς. Αντικατόπτριζε την προοπτική της γέννησης ενός κινήματος απελευθέρωσης του προλεταριάτου με τις δικές του δυνάμεις. Ηταν μια συνέχεια του κινήματος των εργατικών συμβουλίων του 1905 μέχρι το ιταλικό φθινόπωρο του 1969.
Κομμάτι της Αυτονομίας ήταν ο ΕΛΑ, που μορφοποίησε έναν πολιτικοστρατιωτικό σχηματισμό στο εσωτερικό αυτού του κινήματος.
O ΕΛΑ ήταν μια επαναστατική κομμουνιστική οργάνωση, που έθεσε στον εαυτό του το καθήκον να συμβάλει στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Πίστευε και επεδίωκε μια άμεση σχέση με το κοινωνικό κίνημα. Γι’ αυτό, όπως σαφώς προσδιοριζόταν στο ιδεολογικοπολιτικό του κείμενο, τρεις από τους τέσσερις τομείς της δραστηριότητάς του ήταν η αντιπληροφόρηση, η συμμετοχή στο μαζικό κοινωνικό κίνημα και η συμμετοχή και ανάπτυξη των κοινωνικών συγκρούσεων.
Ο ΕΛΑ ξεκίνησε βάζοντας τρεις στόχους με την εξής σειρά:
1) Με τη δράση του να επαναγνωστοποιήσει, να ξαναθυμίσει στην κοινωνία την αναγκαιότητα της επαναστατικής βίας. Αν αυτό το κατάφερνε χωρίς να χτυπηθεί, τότε θα επεδίωκε
2) Να συμβάλει στη δημιουργία πολλών αντάρτικων, χωρίς όμως να τα αφομοιώνει. Με σχέσεις ισοτιμίας, με σεβασμό στη διαφορετικότητά τους όσον αφορά τις ιδεολογικοπολιτικές τους απόψεις. Ηταν σίγουρος πως στην ανοδική πορεία του κινήματος αυτές οι διαφορές θα λύνονταν, όταν θα γινόταν συνείδηση ποιος είναι ο μοναδικός κοινός εχθρός. Επιπλέον, μια τέτοια οργανωτική πραγματικότητα θα απέτρεπε ένα ολοκληρωτικό χτύπημα από τις δυνάμεις της αντίδρασης.
3) Να συμμετέχει και να συμβάλλει στη δημιουργία ενός αυτόνομου μαζικού κινήματος, που θα στόχευε στη διαρκή ρήξη με το καθεστώς. Ενα τέτοιο κίνημα θα ήταν η χοάνη από την οποία θα γινόταν η στράτευση των επαναστατών και στην οποία θα κατέληγαν όσα μέλη των ένοπλων οργανώσεων, για διάφορους πραγματικούς λόγους, δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να συνεχίσουν. Θα υπήρχε μια συνεχής αμφίδρομη σχέση. Για μεγάλο χρονικό  διάστημα η διάκριση ανάμεσα στις ένοπλες οργανώσεις και το μαζικό κινηματικό σώμα θα ήταν ευδιάκριτη, μέχρι που μια δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα στους δυο αυτούς χώρους θα εμπλούτιζε τη συνείδηση του ενός από τον άλλο και αντίστροφα. Αυτό το κίνημα θα γινόταν ο ένοπλος και οργανωμένος λαός.
Ο πρώτος στόχος επιτεύχθηκε. Η κοινωνική πραγματικότητα είναι τέτοια που δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν ένοπλες οργανώσεις, δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει βίαιη επαναστατική πολιτική δράση. Απλά, τα όρια, οι δυνατότητες, η τακτική κσι το είδος της δράσης αυτών των πολιτικών ομάδων θα εξαρτώνται από τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες.
Το μέλλον θα δείξει ποια ήταν η συνεισφορά του ΕΛΑ στο μακρύ δρόμο των εργαζόμενων προς την πολιτική αυτονομία της μόνης πραγματικά επαναστατικής τάξης της κοινωνίας μας.
Η δυνατότητα να προσεγγίσει κανείς την Ιστορία προϋποθέτει ελεύθερο μυαλό, που μπορεί να ασκήσει κριτική και να αξιολογήσει τα θετικά, τα λάθη, τους διαφορετικούς δρόμους, που να μαθαίνει από τις εμπειρίες του παρελθόντος και τις προσωπικές εμπειρίες, να επανεξετάζει την επαναστατική πορεία, συμμετέχοντας πάντα στο επαναστατικό κίνημα, να ελέγχει και να επαναδιατυπώνει τη θεωρία. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να κάνει σωστά το επαναστατικό του καθήκον.
Δεν είμαι ίσως ο κατάλληλος, μόνος μου, ούτε έχω αυτή την περίοδο το χρόνο, αλλά ούτε είναι και η στιγμή κατάλληλη για να μιλήσω αναλυτικά για την ιστορία του ΕΛΑ, η οποία δεν είναι ανεξάρτητη από τη γενική πολιτική ιστορία του τόπου μας μετά το 1974, από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι αυτής της περιόδου. Πρέπει μέσα στο επαναστατικό κίνημα να ξεκινήσει μια συζήτηση, μια κριτική προσέγγιση αυτής της περιόδου, με βάση την εμπειρία όλων των επαναστατών, απ’ όποια θέση κι αν υπηρέτησαν το επαναστατικό κίνημα. Μια συζήτηση, βέβαια, που δεν μπορεί να γίνει στην αίθουσα ενός δικαστηρίου, αλλά μπορεί και πρέπει να γίνει μέσα στο κίνημα, από τις ζωντανές επαναστατικές δυνάμεις του κινήματος, που εξακολουθούν να εμπνέονται από το όραμα της κοινωνικής επανάστασης.
Προσωπικά θα συμμετάσχω σ’ αυτή τη συζήτηση, καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία, τους προβληματισμούς και τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει. Σήμερα, περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι θεωρώ κρίσιμη περίοδο την περίοδο 1982-1984, η οποία σκόρπισε σύγχυση και οδήγησε σε εκφυλισμό του ριζοσπαστικού ρεύματος που αναπτύχθηκε το 1974. Σύγχυση που δεν άφησε ανεπηρέαστες και τις ένοπλες οργανώσεις και ευρύτερα την επαναστατική Αριστερά.
O ΕΛΑ απέρριψε κατηγορηματικά τη θεωρία των σταδίων ως επαναστατική στρατηγική και τακτική. Είπε συγκεκριμένα: Το καπιταλιστικό καθεστώς θα το καταστρέψει, καταλαμβάνοντας την εξουσία, το ένοπλο λαϊκό και επαναστατικό κίνημα, που δημιουργείται και στηρίζεται στις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις, που ζητάνε μια ριζική κοινωνική αλλαγή. Επαναστατική προοπτική του λαϊκού αγώνα στην Ελλάδα είναι η πλήρης και οριστική καταστροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας και η οικοδόμηση μιας άλλης που να αντιστοιχεί στα συμφέροντα και τις επιθυμίες των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων.
Η σύγκρουση για την ανατροπή του καθεστώτος θα είναι μακρόχρονη και βίαιη, δηλαδή επαναστατική. Θα γίνεται σε όλους τους χώρους, τους τομείς και τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, καθημερινά και με κάθε μορφή πάλης. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η σύγκρουση θα ακολουθεί μια συνεχή και ανοδική πορεία, αλλά σημαίνει ότι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αδυναμίας ή υποχώρησης του λαϊκού κινήματος, δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ευκαιριακά ο στόχος του αγώνα.
Κατά την άποψη του ΕΛΑ, η προετοιμασία και άσκηση της επαναστατικής βίας πρέπει να γίνεται από την αρχή, να αποτελεί συνεχές καθήκον μέσα στον ταξικό πόλεμο, γιατί αυτό σημαίνει ότι:
α) Η επαναστατική προοπτική δεν είναι μια αφηρημένη συνθηματολογία, αλλά εκφράζεται με την καθημερινή πρακτική των επαναστατικών δυνάμεων.
β) Η άσκηση της επαναστατικής βίας οξύνει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις και επιταχύνει την επαναστατική συνειδητοποίηση των δυνάμεων του λαϊκού κινήματος.
γ) Δημιουργεί με την εξέλιξή της ένοπλες επαναστατικές δυνάμεις που προετοιμάζονται, δοκιμάζονται και συγκροτούνται μέσα στην ίδια τους την πρακτική.
Για τον ΕΛΑ, οι στρατηγικές ανάγκες και η τακτική δεν ήταν παρά οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Επρεπε επίσης να αποκατασταθεί η ενότητα ανάμεσα στις μορφές πάλης και στο περιεχόμενο και τον στόχο του αγώνα.
Ας έρθω τώρα στις μορφές οργάνωσης, που τόσο πολύ σας απασχόλησαν.
Ο ΕΛΑ ανέφερε στο ιδρυτικό του μανιφέστο: «Δεν μπορούμε να πιστεύουμε και να αγωνιζόμαστε για τον σοσιαλισμό και να ακολουθούμε μορφές και τρόπους οργάνωσης που να ενισχύουν την ιεραρχία και τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας. Αντίθετα, πρέπει να εφαρμόζουμε τέτοιες οργανωτικές διαδικασίες που να τα χτυπούμε». Γι’ αυτό και στον ΕΛΑ δεν χωρούσαν αρχηγιλίκια και φωτισμένες καθοδηγήσεις. O ΕΛΑ δεν δημιούργησε ποτέ κεντρική επιτροπή, κεντρικό συμβούλιο ή οποιοδήποτε άλλο καθοδηγητικό όργανο. Oργανωτικά εφάρμοζε πλήρως το μοντέλο της Αυτονομίας.
O ΕΛΑ το διακήρυσσε ρητά: Την ίδια ανάγκη για αντίστοιχη οργάνωση και δράση βλέπουμε για κάθε πολιτική ομάδα που έχει βασικά τους ίδιους στόχους με εμάς. Αντίθετα, δεν βλέπουμε καθόλου την ανάγκη, εμείς οι ίδιοι να συμπεριλάβουμε και να εκφράσουμε ολόκληρο το λαϊκό κίνημα και τις επαναστατικές του δυνάμεις. Κάτι τέτοιο δεν είναι με κανένα τρόπο στόχος της δουλειάς μας.
Η πολιτική πρακτική του ΕΛΑ ήταν μια ολοκληρωμένη πολιτική τακτική που αναπτυσσόταν πάνω σε τέσσερις άξονες και έπρεπε να εκφράζει τις ανάγκες του λαϊκού κινήματος και να οδηγεί στην πραγμάτωση του τόχου..Ταυτόχρονα θα έπρεπε να μπορεί να προωθεί την οργάνωση των δυνάμεων του λαϊκού κινήματος και την επιτυχία των επι μέρους λαϊκών αγώνων.
1. Προπαγάνδα - Αντιπληροφόρηση. Προπαγάνδα πολύπλευρη και πολύμορφη, που δεν θα γίνεται για αυτοδιαφήμιση και αυτοπροβολή, αλλά για να αποκαλύπτει όσα οι μηχανισμοί και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης του καθεστώτος κρύβουν, διαστρεβλώνουν και συσκοτίζουν.
2. Oργάνωση και ανάπτυξη των δυνάμεων..  Πολιτική πρακτική σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Προσπάθεια να βοηθήσει και να βοηθηθεί από κάθε  οργανωμένη πολιτική προσπάθεια.                      
3. Επαναστατική βία. Επαναστατική βία που θα έχει σαν σκοπό να καταργήσει το μονοπώλιο της βίας από το αστικό κράτος, αλλά και να οξύνει τον προβληματισμό και την ταξική συνείδηση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων, με στόχο την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή τους στον επαναστατικό λαϊκό αγώνα.
4. Πολιτικές πρωτοβουλίες και αγώνας για την ανάπτυξη και προώθηση των ταξικών συγκρούσεων σε κάθε κοινωνικό χώρο και τομέα. Για να αποκατασταθεί η ενότητα του οικονομικού με τον πολιτικό αγώνα. Για να χτυπηθεί ο ρεφορμισμός που δηλητηριάζει τις συνειδήσεις και παραλύει τους αγώνες.
Oλα τα παραπάνω, που εντελώς περιληπτικά ανέφερα, δίνουν μια εικόνα για τη φυσιογνωμία του ΕΛΑ. Η οργάνωση κατέληγε στο ιδεολογικοπολιτικό της κείμενο:
«Με αυτή την έννοια καλούμε σε αγώνα. Δεν καλούμε το λαό να μας πλαισιώσει, ούτε το σύνολο των επαναστατικών δυνάμεων να οργανωθούν στο δικό μας ιδιαίτερο οργανωτικό σχήμα, γιατί εμείς λέμε τα πιο σωστά πράγματα από τους άλλους. Καλούμε, όμως, όλες εκείνες τις δυνάμεις που θέλουν να αγωνιστούν για την ανατροπή αυτού του συστήματος, της καπιταλιστικής-ιμπεριαλιστικής εξουσίας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης, για τη λαϊκή εξουσία και το σοσιαλισμό, να οργανωθούν όσο πιο γρήγορα μπορούν, να διαμορφώσουν την απαραίτητη ιδεολογική και πολιτική τους βάση, να κάνουν πρόγραμμα δουλειάς, να προσδιορίσουν τον τρόπο συλλογικής λειτουργίας και δράσης τους και να ΔΡΑΣOΥΝ τώρα και αμέσως, σύμφωνα με τις δυνατότητές τους, στον κάθε κοινωνικό χώρο που βρίσκονται και σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης που μπορούν. Να προωθήσουν κι αυτές από τη μεριά τους τις ταξικές συγκρούσεις. Να προετοιμάσουν πολιτικά και οργανωτικά τις λαϊκές δυνάμεις για τον επαναστατικό λαϊκό αγώνα».
Αυτό το απόσπασμα από τη διακήρυξη του ΕΛΑ απαντά με τον καλύτερο τρόπο σε όσους έχουν λανσάρει την ασφαλίτικη θεωρία των «συγκοινωνούντων δοχείων» ή υποστηρίζουν ότι ο ΕΛΑ έφτιαχνε οργανώσεις-μαϊμού, που ήταν ο ίδιος με άλλα ονόματα.
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να πω λίγα πράγματα για τις βίαιες ενέργειες που οργάνωνε ο ΕΛΑ. Hταν βομβιστικές ενέργειες μικρής έντασης, με συμβολικό χαρακτήρα, που σχετιζόντουσαν με υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα. Ποτέ δεν γινόντουσαν ενέργειες για λόγους εντυπωσιασμού ή αυτοπροβολής. Πάντα δινόταν εξήγηση, μέσα από τις προκηρύξεις, γιατί έγινε μια ενέργεια. Και βέβαια, προϋπόθεση για να υλοποιηθεί οποιαδήποτε ενέργεια ήταν η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για να μη χτυπήσει άνθρωπος.
O τρόπος αυτός των ενεργειών, που επέλεγε ο ΕΛΑ, δεν έχει να κάνει με κάποια ηθικολογική προσέγγιση. Hταν απόρροια της πολιτικής τακτικής του ΕΛΑ, που ήθελε να μη δημιουργείται απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που κάνει μια οργανωμένη επαναστατική δύναμη και σ’ αυτό που μπορεί να κάνει μια ομάδα αγωνιστών ή και το ίδιο το λαϊκό κίνημα. O ΕΛΑ είχε πάντα κατά νου να μη δημιουργεί θεατές της δικής του δράσης, αλλά να προωθεί την ανάπτυξη της επαναστατικής αντιβίας, να την κάνει πρακτική της ίδιας της εργαζόμενης κοινωνίας. Στόχος των ενεργειών του ΕΛΑ δεν ήταν να γίνουν κάποιες υλικές καταστροφές, αλλά να σταλεί ένα μήνυμα αντίστασης. Να πυροδοτηθεί η ενεργοποίηση του λαού, της εργατικής τάξης, της νεολαίας, στην κατεύθυνση ανάπτυξης μιας δυναμικής αντίστασης, όχι υποχρεωτικά με τα ίδια μέσα πάλης που χρησιμοποιούσε ο ΕΛΑ, αλλά με όλες τις μορφές λαϊκής αντιβίας.
Με τον σύντροφο Χρήστο Κασίμη συμφωνήσαμε ακόμα να μην ενταχθώ σε κανένα από τους αυτόνομους πυρήνες της οργάνωσης. Δεν υπήρχε κανένας λόγος άλλωστε. O σύντροφος Χρήστος μου εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της οργάνωσης: αυτόνομοι πυρήνες με οριζόντια διασύνδεση, η οποία εξασφάλιζε τη συλλογική λειτουργία, τη μεταφορά των απόψεων σε όλη την οργάνωση, την ανάπτυξη της κριτικής και αυτοκριτικής.
Η σύνδεσή μου με την οργάνωση γινόταν με συγκεκριμένο σύνδεσμο. Είχαμε συγκεκριμένη επαφή κατά τη διάρκεια της οποίας ενημέρωνα για τη δική μου δράση, ενημερωνόμουν για τα ζητήματα που συζητιόνταν στην οργάνωση, έλεγα τις απόψεις μου γι’ αυτά και κατέθετα την κριτική μου, αν υπήρχε. Η δική μου ενημέρωση αφορούσε τον τομέα του περιοδικού «Αντιπληροφόρηση», στον οποίο δούλευα, καθώς και την ενημέρωση για τη συμμετοχή μου στο μαζικό κίνημα, μαζί με αιτήματα για παροχή βοήθειας από την οργάνωση όπου χρειαζόταν κ.τ.λ.
Μέχρι το 1977 που δολοφονήθηκε, σύνδεσμός μου με την οργάνωση ήταν ο σύντροφος Χρήστος Κασίμης. Μετά το θάνατό του ενεργοποιήθηκε η εναλλακτική σύνδεση που υπήρχε.
Oπως έχω δηλώσει πολλές φορές, η «Αντιπληροφόρηση» δεν ήταν περιοδικό του ΕΛΑ. Hταν ένα μαζικό επαναστατικό έντυπο, το οποίο εκδιδόταν από συντακτική επιτροπή, στην οποία μάλιστα δεν συμμετείχαν σύντροφοι του ΕΛΑ. Σύντροφοι του ΕΛΑ, όπως εγώ, συμμετείχαν στην έκδοση της «Αντιπληροφόρησης», τραβώντας το κουπί, κατά το κοινώς λεγόμενο. Γιατί κάθε τεύχος της «Αντιπληροφόρησης» κρύβει πίσω του πολλή δουλειά. Πολλές ώρες συλλογής και ταξινόμησης του υλικού, συγγραφής άρθρων και σημειωμάτων, δακτυλογράφησης, πολυγράφησης, βιβλιοδεσίας.
O τρόπος με τον οποίο εκδιδόταν η «Αντιπληροφόρηση» αντανακλούσε απόλυτα την ιδέα που είχε ο ΕΛΑ για τον εαυτό του και για το κίνημα. O ΕΛΑ δεν ήθελε να μετεξελιχτεί σε κόμμα, δεν ήθελε να γίνει το κέντρο του κινήματος. Είχε μια καθαρά κινηματική αντίληψη, η οποία είναι ανάγλυφη στα ιδεολογικοπολιτικά του κείμενα, ακόμα και για ανθρώπους που δεν είναι μυημένοι στα ζητήματα της μαρξιστικής θεωρίας.
Συμμετείχα ακόμη στο μαζικό κίνημα. Σε εργατικές κινητοποιήσεις, τις οποίες ο ΕΛΑ ήθελε να βοηθήσει να εξελιχτούν σε ταξική και όχι ρεφορμιστική κατεύθυνση. Τους γράφαμε τα κείμενά τους, τους μοιράζαμε τα κουπόνια οικονομικής ενίσχυσης, τους φέρναμε σε επαφή με εργαζόμενους σε κοντινά εργοστάσια, τους διοργανώναμε συναυλίες, τους μαζεύαμε τα χρήματα για να πληρώσουν τις ποινές τους όταν καταδικάζονταν από τα δικαστήρια. Συμμετείχα σε επιτροπές γειτονιάς που συγκροτούνταν για διάφορα προβλήματα. Η συμμετοχή μου αυτή γινόταν σύμφωνα με τις αντιλήψεις και την πολιτική τακτική του ΕΛΑ. Για παράδειγμα, σε μια απεργία που είχε πρόβλημα με τους εργοδότες, προσπαθούσαμε να συζητήσουμε με τους εργάτες και να τους δείξουμε τρόπους μαχητικής περιφρούρησης της απεργίας τους. Να μην απεργούν παθητικά, αλλά π.χ. να στρατοπεδεύσουν στην είσοδο του εργοστασίου ή ακόμα να κάμουν κατάληψη του εργοστασίου για να μη μπορούν τα αφεντικά να πουλάνε το στοκ, να ξυλοφορτώσουν τους χαφιέδες και τους απεργοσπάστες κ.τ.λ. Σε μια διαδήλωση προσπαθούσαμε να βάλουμε την ιδέα της αντίστασης. Να πάψουμε να είμαστε μια ζωή οι καρπαζοεισπράκτορες της Αστυνομίας, όπως ήθελαν τα καθεστωτικά κόμματα, για να κάνουν μετά καταγγελίες και να μαζεύουν ψήφους. Αλλά να φροντίσουμε να οργανώσουμε μαχητικές ομάδες που να μπορούν να αντιμετωπίσουν την Αστυνομία και να μάθει επιτέλους το κίνημα πως μπορεί να πετύχει νίκες.
Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στον ΕΛΑ, μέχρι την αποχώρησή μου από την οργάνωση. Μια αποχώρηση που έγινε για προσωπικούς λόγους και επ’ αυτού δεν πρόκειται να πω τίποτε άλλο, γι’ αυτό μην επιμείνετε να με ρωτήσετε.
Στα τέλη του 1989, ο σύνδεσμός μου μου ανακοίνωσε ότι για προσωπικούς λόγους αποχωρεί από την οργάνωση και μου πρότεινε ραντεβού με άλλον σύντροφο. Του είπα ότι αν δεν πάω στο επόμενο ραντεβού, η οργάνωση να ξέρει ότι αποχωρώ και εγώ για προσωπικούς λόγους. Στο επόμενο ραντεβού δεν πήγα και έκτοτε δεν είχα καμιά επαφή με την οργάνωση. Γι’ αυτό και τοποθέτησα την αποχώρησή μου στις αρχές του 1990.
Eχω πει πολλές φορές στη διάρκεια αυτών των δικών, ότι μέχρι τη στιγμή που ήμουν μέλος του ΕΛΑ δεν είχα ακούσει τίποτα για την οργάνωση «1η Μάη». Την ύπαρξή της την πληροφορήθηκα από τις ενέργειές της, όπως την πληροφορήθηκε όλος ο ελληνικός λαός. Το ίδιο ισχύει και για τις διαδικασίες κοινής δράσης και κατόπιν ενοποίησης του ΕΛΑ με την «1η Μάη». Πρόκειται για μια καινούργια οργάνωση, με τη δική της ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική συγκρότηση. Αυτό δεν είναι κάτι που το λέω εγώ σήμερα. Είναι αποτυπωμένο σε όλα τα ιδεολογικοπολιτικά κείμενα που κατά καιρούς εξέδωσε ο ΕΛΑ. Εκεί δηλώνεται ρητά και κατηγορηματικά ποιες ενέργειες είναι του ΕΛΑ, ποιες ενέργειες είναι αυτόνομων πυρήνων του ΕΛΑ, που έδρασαν με δική τους ευθύνη και ο ΕΛΑ αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη, σε ποιες ενέργειες ο ΕΛΑ αναλαμβάνει συνυπευθυνότητα και ποιες ενέργειες είναι άλλων οργανώσεων και ο ΕΛΑ τις καταγράφει ως ενέργειες, για να υπάρχει μια πλήρης αποτύπωση της επαναστατικής δραστηριότητας. Γιατί, όπως έγινε σαφές με όσα ανέφερα παραπάνω, ο ΕΛΑ ποτέ δεν διεκδίκησε για τον εαυτό του τον τίτλο του κέντρου του κινήματος, της οργάνωσης που κατέχει την απόλυτη αλήθεια και στην οποία όλες οι άλλες οργανώσεις πρέπει να συγχωνευτούν.
Φυσικά και έχω άποψη γι’ αυτές τις οργάνωσεις και τη δράση τους. Αυτή η άποψη, όμως, αφορά εμένα, αφορά τη συζήτηση μέσα στο επαναστατικό κίνημα και δεν αφορά το δικαστήριό σας, το οποίο άλλωστε, όπως έχετε αποφανθεί, δικάζει ποινικά αδικήματα και όχι πολιτικές απόψεις. Δεν προτίθεμαι, λοιπόν, να αναπτύξω από αυτή τη θέση τις απόψεις μου για οποιαδήποτε επαναστατική οργάνωση, πέρα από τον ΕΛΑ, κι αυτό μόνο για το διάστημα της συμμετοχής μου στην οργάνωση.
Οταν ανέλαβα την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου στον ΕΛΑ, αρκετοί αναρωτήθηκαν γιατί το έκανα. Oι περισσότεροι αναρωτήθηκαν καλοπροαίρετα, ακόμα και η οικογένεια μου και σχεδόν το σύνολο των γνωστών μου. Ελεγαν: «δικαστήριο είναι, μπορεί να αθωωθείς». Αυτή η τοποθέτηση είχε προσωπικά κίνητρα. Αγνοούσαν ή ήθελαν να αγνοούν την πολιτική πραγματικότητα.
Κατ’ αρχάς, όταν με συνέλαβαν δεν γνώριζα αν υπάρχει ή δεν υπάρχει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος μου. Είχα όμως την απόλυτη πεποίθηση ότι αν με συνελάμβαναν θα είχαν σχεδιάσει και τον τρόπο να με καταδικάσουν. Τόσα έχουν δει τα μάτια μας την τελευταία τριετία. Θα μπορούσαν να έχουν μια κατάθεση, μια ομολογία κάποιου που αποφάσισε να συνεργαστεί με την Αντιτρομοκρατική. Θα μπορούσαν να έχουν κατασκευάσει δακτυλικά αποτυπώματα και γραφικούς χαρακτήρες. Και να σας πω και κάτι; Είμαι σίγουρος ότι κάτι είχαν κατασκευάσει, επειδή δεν ήξεραν ότι εγώ θα αναλάμβανα την πολιτική ευθύνη. Απλώς, μετά την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, δεν χρειάστηκε να βγάλουν τίποτε άλλο. Σας θυμίζω, ότι στην κατάθεση Βεντούρη αναφέρεται το όνομά μου.
Ανεξάρτητα από αυτό, όμως, ανεξάρτητα από το αν θα εμφάνιζαν ή όχι στοιχεία σε βάρος μου, εγώ είχα αποφασίσει να αναλάβω την πολιτική ευθύνη. Το είχα ήδη ανακοινώσει στην οικογένειά μου, για να την προετοιμάσω για τη θύελλα που έρχεται. Η απόφασή μου αυτή ήταν προϊόν μιας εσωτερικής διαδικασίας. Ηταν μια ώριμη απόφαση. Κάθε άτομο δεν έχει απλώς δικαίωμα, αλλά έχει υποχρέωση να πράξει ανάλογα με τις ηθικές του αξίες. Και οι δικές μου ηθικές αξίες, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τα καθήκοντα ενός κομμουνιστή, μου επέβαλαν να ενεργήσω έτσι. Το γιατί είναι αυτονόητο.
Υπήρχε ένα κλίμα. Κλίμα όχι μόνο τρομολαγνείας και τρομοϋστερίας, αλλά και απαξίωσης των οργανώσεων του ένοπλου και συνολικά της επαναστατικής Αριστεράς. Oι επαναστατικές οργανώσεις παρουσιάζονταν σαν μαφιόζικες συμμορίες, που διέπρατταν εγκλήματα σε βάρος του λαού μας. Τα μέλη τους παρουσιάζονταν σαν γκάνγκστερ. Διακυβεύονταν, λοιπόν, πράγματα πολύ πιο σημαντικά από την προσωπική μου ελευθερία.
Η συνείδησή μου δεν μου επέτρεπε να μην υπερασπιστώ την επαναστατική τιμή του ΕΛΑ, της οργάνωσής μου. Στον κυρίαρχο λόγο, στα μυθεύματα των διάφορων συγγραφέων της δεκάρας, που τους έγραφε τα βιβλία η ίδια η Αντιτρομοκρατική, στα κοράκια των ΜΜΕ που έκραζαν ανενόχλητα, έπρεπε να υπάρξει αντίλογος.
Ταυτόχρονα, έπρεπε να σταλεί το μήνυμα σε όλο τον κόσμο, που είχε περάσει από τον ΕΛΑ ή συμμετείχε στον ευρύτερο επαναστατικό χώρο μέσα στον οποίο κινούνταν ο ΕΛΑ, ότι τα μέλη του ΕΛΑ δεν αφήνουν την οργάνωσή τους ανυπεράσπιστη. Κι επίσης, ότι τα μέλη του ΕΛΑ ξέρουν να σφραγίζουν το στόμα τους και να μη καταδίδουν ή εμπλέκουν άλλους ανθρώπους.
Αυτά τα διλήμματα μπήκαν μπροστά μου, μήνες πριν τη σύλληψή μου και έδωσα την απάντηση που η προσωπική μου ηθική και η επαναστατική μου συνείδηση μου επέβαλαν: Αν με συλλάβουν, θα αναλάβω την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου, για να μπορέσω να υπερασπιστώ δημόσια την ιστορία του ΕΛΑ και να μην αφήσω να πετιέται στα σκυλιά και να σπιλώνεται η τιμή και το μεγαλείο των δολοφονημένων συντρόφων μου, του Χρήστου Κασίμη και του Χρήστου Τσουτσουβή.
Υστερα από μισό αιώνα πολιτικής δράσης ως κομμουνιστής, αισθάνθηκα ότι αυτό είναι το χρέος μου και έτσι έπραξα.
Oι συγκατηγορούμενοί μου ήρθαν σ’ αυτή τη δίκη από κανάλια διαφορετικά, που πουθενά δεν διασταυρώνονται με το κανάλι που ήρθα εγώ. Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για τη συμμετοχή μου στον ΕΛΑ όχι μόνο δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος τους, αλλά αντίθετα ενισχύει την άποψη, ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τον ΕΛΑ. Είδατε εσείς ένα τόσο δα αποδεικτικό στοιχείο, μια οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει μια οποιαδήποτε δική μου σχέση με τους συγκατηγορούμενούς μου; Η μόνη σχέση που υπάρχει είναι η επαγγελματική μου σχέση με τον Κανά, για ένα διάστημα, η οποία μάλιστα τερματίστηκε με τους χειρότερους επαγγελματικούς όρους. Εγινε εδώ μία προσπάθεια από τους εισαγγελείς να εμφανιστεί ο Κανάς σαν ηλεκτρολόγος μου, σαν να υπήρχε μια συνεχής σύνδεση των επαγγελματικών μας δραστηριοτήτων τη δεκαετία 79-89. Εγώ σε αυτή τη δεκαετία έβγαλα 500 τουλάχιστον άδειες οκοδομών και είμαι βέβαιος ότι και ο Κανάς έκανε την ίδια περόδο την ηλεκτρλογική εγκατάσταση σε 200 οικοδομές. Από τη δικιά μου δραστηριότητα, μόνο σε 7-8 οικοδομες που ήμουνα επιβλέπων μηχανικός ήταν ηλεκτρολόγος ο Κανάς.Σας εξήγησα και τον τρόπο και τα κριτήρια με τα οποία πήρε και αυτές τις δουλειές. Το παραμύθι λοιπόν ότο ο Κανάς ήταν «ο ηλεκτρολόγος μου» αποσκοπεί στην ενδυνάμωση της κατάθεσης της ψευδομάρτυρα Κυριακίδου.
Στη διάρκεια της διαδικασιας η πρόεδρος με εγκάλεσε αρκετές φορές με τη φράση «μα γιατί ανακατεύεστε και τους υπερασπίζεστε, οι μάρτυρες δεν λένε τίποτε για σας». Υπάρχουν δύο λόγοι, κυρία πρόεδρε. Πρώτον, η ηθική μου, οι αξιακές μου αρχές μου επιβάλλουν να υπερασπιστώ αθώους ανθρώπους, αδιαφορόντας για τη συμπεριφορά τους. Δεύτερον, μια καταδικαστική απόφαση θα σημαίνει ότι ο Κανάς κι η Κυριακίδου ήταν μέλη του ΕΛΑ. Αυτό είναι μεγάλη ντροπή, είναι κόλαφος για την οργάνωσή μου και για μένα προσωπκά. Ο συνήγορος του Κανά στις δύο πρώτες δίκες είχε  πει: «Είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς πως το καρκατσουλιό της Κυριακίδου και του Κανά έχει σχέση με τον ΕΛΑ;».Ελπίζω να μην το πιστέψετε εσείς και να λασπώσετε την οργάνωση μου.
Στις δυο προηγούμενες δίκες αναφέρθηκα και στα διάφορα κνώδαλα, μια χούφτα ανθρώπους, που ξεκίνησαν μια εκστρατεία λάσπης εναντίον μου. Αυτή τη φορά δεν θα πω τίποτα. Δεν αξίζουν ούτε το σάλιο μου. Αλλωστε, την απάντηση τούς την έχει δώσει το κίνημα.
Κυρία πρόεδρε, κυρίες και κύριοι δικαστές
Πριν κλείσω αυτή την τοποθέτηση, οφείλω να παραδεχτώ ότι από τη μεριά σας δεν καταβλήθηκε προσπάθεια απαξίωσης του ΕΛΑ. Δεν πήρατε μέρος στην ενορχηστρωμένη εκστρατεία της τρομοϋστερίας. Δείξατε αυτοσυγκράτηση. Προσπαθήσατε να μείνετε σε θέσεις ποινικές. Πώς να το καταφέρετε, όμως, όταν τα ζητήματα που τίθενται είναι καθαρά πολιτικά; Αυτή την κραυγαλαία αντίθεση σας εύχομαι να την ξεπεράσετε με την απόφασή σας. Αν τα καταφέρετε, θα βάλετε ένα φραγμό στον παραπέρα εκφασισμό της αστικής δημοκρατίας. Αν ακολουθήσετε τη λογική του πρώτου δικαστηρίου, θα συμβάλλετε στον εκφασισμό, εκδίδοντας άλλη μια διατεταγμένη απόφαση. Δική σας είναι η επιλογή και εσείς θα κριθείτε γι’ αυτή.
Εγώ είμαι έτοιμος για κάθε απόφαση. Ημουν έτοιμος για κάθε απόφαση, όταν πήρα την απόφαση να αναλάβω την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή μου στον ΕΛΑ.
Ο ΕΛΑ έχει κλείσει προ πολλού τον ιστορικό του κύκλο. Η αποτίμηση της δράσης του είναι καθήκον του επαναστατικού κινήματος. Οπως είπα και στην προηγούμενη δίκη, είναι μια αποτίμηση που δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αυθαίρετα, αλλά τοποθετημένη στις συνθήκες της μεταπολίτευσης και των πολιτικών προτάσεων που διατυπώθηκαν στη διάρκειά της.
Ουδέποτε ο ο ελληνικός λαός αισθάνθηκε φόβο η ανασφάλεια από τη δράση των επαναστατικών οργανώσεων, ουδέποτε τοποθετήθηκε απέναντι από τις ενέργειες. Αντίθετα, πολλές φορές είπε «γειά στα χέρια τους», πολλές φορές αισθάνθηκε δικαιωμένος από τη δράση τους. Αυτός είναι που θα απαιτήσει την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΛΥΣΗ  αυτών των υποθέσεων, για να αποφυλακιστούν οι καταδικασμένοι είτε έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη είτε έχουν αρνηθεί κάθε σχέση με την κατηγορία.
Βεβαια, οι συγκατηγορούμενοί μου, που διακηρύσσουν ότι  είναι αθώοι, ότι δεν έχουν καμμία σχέση με την υπόθεση, δικαίως όπως αποδείχτηκε στις δύο προηγούμενες δίκες, δεν μπορούν να μιλούν για πολιτική λύση. Εγώ όμως που έχω αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή μου στον ΕΛΑ, έχω κάθε λόγο να διεκδικώ τον τιμητικό τίτλο του «πολιτικού αδικηματία». Μετά το τέλος αυτής της δίκης, της τελευταίας από μια σειρά δικών για επαναστατικές οργανώσεις, πρέπει να δοθει μια πολιτική μάχη για την αναγνώριση των αδικημάτων ως πολιτικά.
Αυτό που δεν μπόρεσε να γίνει στα δικαστήρια, πρέπει να γίνει σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Και θα μπορέσει να γίνει, όταν αυτή η υπόθεση γίνει υπόθεση του ελληνικού λαού.
Αν δει κανεις διαχρονικα το δικαστικό μηχανισμό θα διαπιστώσει πως πρόκειται για τον πιο σκληρό μηχανισμό καταστολής της αστικής εξουσίας. Αυτόν που κατευθύνει την αστυνομική καταστολή και βρίσκεται πιο κοντά στην πολιτική εξουσία. Αυτός ο μηχανισμός στήριξε το όργιο της δωσιλογικής βίας ενάντια στους αγωνιστές της Αντίστασης  στα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Ο ίδιος ξεκλήρισε τον ανθό της ελληνικής νεολαίας στη διάρκεια και μετά την ήττα της επανάστασης του 1946-1949, στελεχώνοντας τα έκτατα στρατοδικεία και βγάζοντας σωρηδόν στημένες καταδικαστικές αποφάσεις. Ο ίδιος μηχανισμός υπηρέτησε πιστά τη χούντα των συνταγματαρχών. Στη μεταπολίτευση ήταν ο μόνος μηχανισμός του κράτους που δεν υπέστη αυτή έστω την προσχηματική και περιορισμένη «αποχουντοποίηση». Εκτοτε, υπηρετεί με τον ίδιο ζήλο και φανατισμό την κοινοβουλευτική δημοκρατία, καταστέλλοντας κάθε αγωνιστική εκδήλωση και καλύπτοντας κάθε σκάνδαλο. Με την ίδια ευκολία που στέλνει στη φυλακή φτωχούς εργαζόμενους, νεολαίους, δυστυχείς τοξικοεξαρτημένους, για ασήμαντες παραβατικές συμπεριφορές, διεκπεραιώνει βολικά τις υποθέσεις που σχετίζονται με τους ισχυρούς του χρήματος και της πολιτικής.
Ας μη κοροϊδευόμαστε. Η πολιτική βία χαρακτηρίζει τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η επαναστατική βία δεν ήταν ανακάλυψη του ΕΛΑ. Οσο υπάρχει εκμετάλλευση και καταπίεση, όσο ο πόθος για απαλλαγή από την καπιταλιστική βαρβαρότητα θα φλογίζει τις καρδιές των καταπιεσμένων, όσο ολόκληροι λαοί θα ζουν κάτω από το ζυγό βάρβαρων κατακτητών, η επαναστατική βία θα είναι παρούσα. Δεν καταργείται με διατάγματα. Δεν καταργείται με τον τρόμο. Δείτε τι γίνεται σήμερα στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν, όπου οι λαοί παλεύουν με όλα τα μέσα ενάντια σ' έναν πάνοπλο εχθρό, εξοπλισμένο με τα πιο σύγχρονα μέσα. Αναλογιστείτε τι γίνεται εδώ και 60 χρόνια στην Παλαιστίνη, αυτό το παγκόσμιο σύμβολο της Αντίστασης. Το «τέλος της Ιστορίας» βρίσκεται μόνο στα σκουριασμένα μυαλά κάποιων μικρόνοων τύπου Φουκουγιάμα. Ο τροχός της Ιστορίας εξακολουθεί να γυρίζει, με κινητήρα του την ταξική πάλη, την πάλη για την απελευθέρωση και την ελευθερία.
--------------------------------------------------------------------------------------------------
Κυρία πρόεδρε, κυρίες και κύριοι δικαστές
Θα σας εξηγήσω τώρα γιατί τα πράγματα για την απόφασή σας είναι εξαιρετικά απλά, όπως είπα στην αρχή.
Ας υποθέσουμε ότι εγώ δεν έλεγα τίποτα για τη συμμετοχή μου στον ΕΛΑ, πέρα από την αρχική δήλωση που έκανα αμέσως μετά τη σύλληψή μου, την οποία μάλιστα για συγκεκριμένους λόγους φρόντισα να διοχετεύσω αμέσως, μέσω του συνηγόρου μου, στα ΜΜΕ. Τι θα είχατε τότε να δικάσετε; Εναν άνθρωπο που σας είπε ότι υπήρξε μέλος του ΕΛΑ. Η συμμετοχή ως αδίκημα έχει ήδη παραγραφεί, επομένως θα έπρεπε να με δικάσετε για τη συμμετοχή μου στις ενέργειες της Οργάνωσης. Εχετε κάποιο στοιχείο για συμμετοχή μου σε οποιαδήποτε ενέργεια; Μια μαρτυρία, ένα αποτύπωμα, κάτι που να έχει την ελάχιστη έστω αποδεικτική αξία; Οχι, βέβαια. Εχετε κάποιο άλλο στοιχείο για την εν γένει συμμετοχή μου στην οργάνωση; Οχι βέβαια. Δεν ξέρετε απολύτως τίποτα, όπως δεν έμαθαν απολύτως τίποτα και αυτοί που με συνέλαβαν και έφτιαξαν τη δικογραφία.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, δυο επιλογές υπάρχουν. Επιλογές πεντακάθαρες, που διαφέρουν μεταξύ τους όσο η μέρα με τη νύχτα.
Το προηγούμενο δικαστήριο, το δεύτερο πρωτόδικο δικαστήριο, έκανε τη μόνη νομικά σωστή επιλογή. Με αθώωσε, αφού δεν είχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για συμμετοχή μου στις ενέργειες της οργάνωσης ή στην εν γένει δράση της οργάνωσης,
Υπάρχει όμως και η απόφαση του πρώτου δικαστηρίου. Ενα νομικό έκτρωμα που επαναφέρει τη ναζιστική αρχή της συλλογικής ευθύνης. Που επαναφέρει τη χώρα μας στην εποχή του μοναρχοφασισμού, που κυριάρχησε μετά την ήττα των επαναστατών στον εμφύλιο πόλεμο, Είναι πολύ απλή και αυτή η ναζιστική λογική: Είσαι μέλος μιας αντικαθεστωτικής οργάνωσης; Τότε ευθύνεσαι στο ακέραιο για όλες τις ενέργειες, για όλη τη δράση αυτής της οργάνωσης. Ως απλός συνεργός. Κι αν δεν υπάρχει κανένα υλικό στοιχείο συνέργειας, τότε φτάνουμε στην ψυχική συνδρομή. Αφού είσαι μέλος, τότε συνέδραμες ψυχικά τους άγνωστους που εκτέλεσαν τις παράνομες πράξεις.
Εγώ δεν είμαι νομικός. Είμαι όμως λογικός άνθρωπος. Ως λογικός άνθρωπος, λοιπόν, σκέπτομαι: αφού όλοι είναι ένοχοι για όλα, τότε τι την θέλει ο νόμος σας τη συμμετοχή ως ανεξάρτητο αδίκημα; Προφανώς την θέλει για να τιμωρήσει εκείνους για τους οποίους δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία συμμετοχής τους σε κάποια επιμέρους ενέργεια. Ομως, το πρώτο δικαστήριο, επειδή ήταν αναγκασμένο να παραγράψει τη συμμετοχή, διότι ο ΕΛΑ είχε σταματήσει τη δράση του 1995, έπρεπε ταυτόχρονα να εφεύρει και κάτι άλλο, για να δικαιώσει τα σενάρια εκείνων που κατασκεύασαν τη δικογραφία.
Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά, λοιπόν. ‘Η συμπεριφέρεστε ως νομικοί και με απαλλάσετε ή συμπεριφέρεστε ως εντολοδόχοι της «αντιτρομοκρατίας» και με καταδικάζετε.
Εβλεπα την απεγνωσμένη προσπάθεια, ιδίως των εισαγγελέων, να βγάλουν από τους μάρτυρες μια φρασούλα, μια ιδέα, κάτι τέλος πάντων που να μπορούν να το χρησιμοποιήσουν ως επιχείρημα για να θεμελιώσουν την πρόταση ενοχής μου, που πριν ακόμα την έναρξη της δίκης έχουν αποφασίσει να κάνουν. Ορισμένες φορές αυτή η προσπάθεια ήταν πραγματικά κωμική. Ξέρετε γιατί; Γιατί εισαγγελείς και μάρτυρες μιλούσαν μια εντελώς διαφορετική γλώσσα. Οι μάρτυρές μου μιλούσαν τη γλώσσα των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών, μια γλώσσα εντελώς άγνωστη στους εισαγγελείς. Οι μάρτυρές μου μιλούσαν με βάση τα διαβάσματά τους και την εμπειρία τους από τα επαναστατικά κινήματα της Αριστεράς σε όλο τον κόσμο, ενώ οι εισαγγελείς έχουν μαύρα μεσάνυχτα απ’ αυτά τα πράγματα.
Για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα, έχεις μαύρα μεσάνυχτα όταν υποστηρίζεις πως σε μια επαναστατική κομμουνιστική οργάνωση οι διανοούμενοι βάζουν τη γραμμή και οι εργάτες εκτελούν. Οι μαρξιστές επιδιώκουν να ξεπεράσουν την αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική εργασία και στα κινήματα που συγκροτούν, αυτό προσπαθούν να το κάνουν πράξη. Οποια μορφή οργάνωσης και αν εφαρμόζουν. Φυσικά και υπάρχουν εξαιρετικές προσωπικότητες, που βάζουν τη σφραγίδα τους σε κινήματα ή και σε ολόκληρες εποχές. Ομως, αυτές οι εξαιρετικές προσωπικότητες μπορούν να προέρχονται εξίσου από τη διανόηση ή από την εργατική τάξη. Ο Μπέμπελ, ο Λίμπνεχτ, ο Τέλμαν, προσωπικότητες με τεράστιο έργο, ήταν εργάτες, κύριοι. Ο Προυντόν, ένας από τους θεωρητικούς του αναρχισμού, ήταν εργάτης. Πριν τον Β’ Παγκόσμιο το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας είχε μόνο εργάτες στην Κεντρική του Επιτροπή, και η Κομμουνιστική Διεθνής το έφερνε ως πρότυπο σε όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Τους έλεγε, «έτσι πρέπει να γίνετε».
Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμη παραδείγματα γι’ αυτό το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι διωκτικοί μηχανισμοί την πραγματικότητα. Δεν έχει νόημα να το κάνω. Αλλωστε, θα χρειαζόταν να μιλώ επί ώρες και δεν έχω πια και τις φυσικές αντοχές να μιλάω επί ώρες.
Θέλω μόνο να υπενθυμίσω κάτι που σας είπε ένας από τους μάρτυρές μου. Σας έφεραν να δικάσετε εδώ ένα φαινόμενο της Ιστορίας και σας διέταξαν να το μετατρέψετε σε ποινικό φαινόμενο. Αν σας έφερναν και κάποια αποδεικτικά στοιχεία, κάτι θα μπορούσατε να κάνετε. Οταν δεν έχετε αποδεικτικά στοιχεία, τι να κάνετε; ‘Η θα προχωρήσετε σε αθωωτική απόφαση ή θα προσχωρήσετε στο στρατόπεδο εκείνων που επαναφέρουν το ναζισμό στη σημερινή πραγματικότητα. Εκείνων που θέλουν να επαναφέρουν τη χώρα στις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της. Τότε που ή αποκήρυττες τον κομμουνισμό ή οδηγούσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα ή –στην καλύτερη περίπτωση– στα κολαστήρια της Μακρονήσου, του Αι-Στράτη, της Λέρου κ.λπ. Ειδικά σ’ αυτή την υπόθεση δεν γίνεται να τα συνδυάσεις και τα δύο. Να λες δηλαδή ότι δικάζεις ως δικαστής, με βάση τη συνείδησή σου και το νόμο, και να οδηγηθείς σε καταδικαστική απόφαση. Καταδικαστική απόφαση μπορεί να βγει μόνο καθ’ υπαγόρευση, για να εξυπηρετήσει τις απαιτήσεις του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».
Ξέρετε τι είναι αυτό που με ανησυχεί περισσότερο; Οχι η μεταχείριση στο άτομό μου. Εγώ ήξερα τι με περιμένει, όταν ανέλαβα την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή μου στον ΕΛΑ. Με ανησυχεί ότι θα εισάγετε στο ισχύον Δίκαιο τη ναζιστική αρχή της συλλογικής ευθύνης, την οποία θα πληρώσουν ακριβά οι επόμενες γενιές. Οπως πλήρωσαν το Ιδιώνυμο οι κομμουνιστές του μεσοπολέμου, όπως πλήρωσαν το έκτακτο καθεστώς οι κομμουνιστές και οι αριστεροί μετά τον εμφύλιο. Τότε που σε έστελναν στο εκτελεστικό απόσπασμα, στη φυλακή ή στην εξορία, όχι για κάτι που έκανες, αλλά γι’ αυτά που πίστευες. Για τις ιδέες σου. Εχετε, λοιπόν, την ευκαιρία, όπως έκανε το δεύτερο δικαστήριο, να βάλετε ένα τέρμα σ’ αυτόν τον κατήφορο. Μετά από λίγο καιρό θα ξέρουμε ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσετε.
Θα ήθελα τώρα να σταθώ σε τρία ακόμη σημεία, τα οποία απασχόλησαν τη διαδικασία καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των μηνών.
Σημείο πρώτο: Εγινε συζήτηση και εκφράστηκαν απορίες για την έννοια που έχει η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης εκ μέρους μου. Γιατί όμως; Δεν την έχετε ξανακούσει αυτή την έννοια; Φυσικά και την έχουμε ξανακούσει όλοι μας. Είναι και πολύ επίκαιρη μάλιστα. Πριν ένα χρόνο, ο Καραμανλής κάλυψε τους υπουργούς του για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και ανέλαβε ο ίδιος την πολιτική ευθύνη, όπως είπε. Σκέφτηκε κανείς να αναζητήσει και στον ίδιο ποινικές ευθύνες; Οχι βέβαια. Αλλο παράδειγμα: συλλαμβάνονται τα μέλη ενός κόμματος για παραβατικές πράξεις. Σκέφτηκε κανείς να ασκήσει δίωξη σε όλα τα μέλη του κόμματος ή έστω στην ηγεσία του για την παράνομη πράξη; Αναλαμβάνει μια κομματική ηγεσία την πολιτική ευθύνη για τη δράση των μελών του. Σκέφτηκε κανείς να μετατρέψει αυτή την πολιτική ευθύνη σε συλλογική ποινική ευθύνη; Να κατηγορήσει την ηγεσία για ηθική αυτουργία και όλα τα άλλα μέλη για απλή συνέργεια;
Ο τακτικός εισαγγελέας κάποια στιγμή το είπε, αλλά θέλω να το ακούσω καθαρά. Θέλω ν’ ακούσω ότι η διάκριση πολιτικής και ποινικής ευθύνης ισχύει μόνο για τις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις, ενώ για τις αντικαθεστωτικές ισχύει η ταύτιση πολιτικής και ποινικής ευθύνης. Να έχετε το θάρρος να το πείτε. Οχι σε μένα, αλλά στον ελληνικό λαό. Να το πείτε στα ίσια. Συλλογική ευθύνη ισχύει για τους πολιτικούς αντίπαλους του καθεστώτος και όχι για τα καθεστωτικά κόμματα. Κανένας δεν κατηγορεί όλο το στελεχικό δυναμικό των καθεστωτικών κομμάτων για τα σκάνδαλα και τις λαμογιές. Ούτε καν την ηγετική ομάδα. Εκεί η ποινική ευθύνη είναι εξατομικευμένη και μιλούν απλά για πολιτική ευθύνη της ηγεσίας. Σε μας δεν δέχονται την πολιτική ευθύνη και αποδίδουν συλλήβδην, συλλογικά, την ποινική. Αυτό να βγουν να το πουν εκείνοι που έστησαν αυτές τις δίκες, προσπαθώντας να απαξιώσουν και να ποινικοποιήσουν την πολιτική δράση. Να το πουν ευθέως αυτοί και όχι να κρύβονται πίσω από δικαστικές αποφάσεις, που αποτελούν μνημεία αυθαιρεσίας. Αν έβγαινε να το πει η αστική πολιτική ηγεσία, θα το δεχόμουνα. Οχι όμως έτσι. Οχι να κρύβονται πίσω από τα δικαστήρια και να πετάνε στα δικά σας χέρια την καυτή πατάτα. Να μας πουν ότι επανερχόμαστε στην εποχή του μοναρχοφασισμού. Οτι εφαρμόζουν ένα νέο ιδιώνυμο.
Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε πολιτικό επιστήμονα θα σας πει ότι η έννοια της πολιτικής ευθύνης είναι ίδια για κάθε πολιτικό μόρφωμα, καθεστωτικό ή αντικαθεστωτικό, νόμιμο ή παράνομο. Είναι η ευθύνη για την πολιτική υπόσταση αυτού του μορφώματος, το οποίο –ακριβώς επειδή είναι πολιτικό– συμμετέχει στον πολιτικό ανταγωνισμό (ο οποίος δεν διαξέγεται μόνο με τα κοινοβουλευτικά μέσα) και υπόκειται στην κριτική της κοινωνίας. Αν κατά την ανάπτυξη της πολιτικής δράσης υπάρχουν και ενέργειες που παραβιάζουν το νόμο, οι ευθύνες αναζητούνται ατομικά σ’ αυτούς που τον παραβιάζουν. Δεν αναζητούνται συλλογικά σε ολόκληρο το πολιτικό μόρφωμα.
Η πολιτική ευθύνη αναλαμβάνεται, ενώ οι ποινικές ευθύνες αποδίδονται από τα κρατικά όργανα που είναι επιφορτισμένα μ’ αυτό το καθήκον.
Να σας πω, λοιπόν, όσο γίνεται πιο απλά, τι σημαίνει η πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή μου στον ΕΛΑ, που ανέλαβα αμέσως μετά τη σύλληψή μου. Σημαίνει διακήρυξη, ότι υπήρξα μέλος αυτής της οργάνωσης και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Οτι θα υπερασπιστώ την ιστορική διαδρομή της οργάνωσης, για το διάστημα που υπήρξα μέλος της. Από εκεί και πέρα, οι διωκτικοί μηχανισμοί είναι υποχρεωμένοι να αποδείξουν τις όποιες ποινικές ευθύνες, πέρα από την ποινική ευθύνη της συμμετοχής.
Κύριοι εισαγγελείς, όταν κατανοήσετε τι σημαίνει στράτευση και τι σημαίνει χρέος, τότε θα κατανοήσετε και τι σήμαινε η δική μου ανάληψη ευθύνης. Ισως με όσα είπα προηγουμένως να προσεγγίσετε κάπως καλύτερα τα πράγματα. Φτάνει να αφαιρέσετε τις ιδεολογικές παρωπίδες και τις παρωπίδες της προκατάληψης.
Είμαι υποχρεωμένος να μιλήσω με σκληρά λόγια για τους εισαγγελείς.Ο τακτικός εισαγγελέας, όταν κατέθετε η κόρη μου, επέμενε να του πει τι σημαίνει η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης και αναφέρθηκε με απαξιωτικό τρόπο στην κοινωνική απήχηση αυτής μου της πράξης. Προφανώς, δεν έχει την παραμικρή επαφή με την κοινωνία και ειδικά με τις πιο ζωντανές δυνάμεις αυτής της κοινωνίας. Ισως δεν διαβάζει και εφημερίδες. Γιατί οι εφημερίδες, τουλάχιστον για μένα, δεν υπήρξαν απαξιωτικές. Βλέπετε, είναι και το κοινωνικό μου στάτους που δυσκόλεψε το έργο της απαξίωσης. Τι να πουν; Οτι εντάχθηκα στον ΕΛΑ για να λύσω τα προσωπικά μου προβλήματα ή για να γίνω πλούσιος; Εδωσα συνεντεύξεις στις μεγαλύτερες ελληνικές εφημερίδες. Εχω κληθεί ως ομιλητής στις μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις. Ακόμα και φοιτητικές οργανώσεις μου έχουν κάνει την τιμή να με καλέσουν να μιλήσω σε κατάμεστα αμφιθέατρα. Αυτή ήταν η πολιτική και κοινωνική απήχηση του γεγονότος ότι δεν κρύφτηκα, αλλά ανέλαβα την πολιτική ευθύνη. Είχα κι εγώ μια μικρή συμβολή στον αγώνα ενάντια στην τρομοϋστερία, στον αγώνα ενάντια στην απαξίωση ενός πολιτικού φαινομένου, που αναπτύχθηκε και στη χώρα μας μετά την πτώση της χούντας. Οταν δεν καταλαβαίνει κάτι ο κύριος εισαγγελέας, καλύτερα να μην ασχολείται μ’ αυτό. Ας θυμηθεί τουλάχιστον το μύθο της κωλοβής αλεπούς, που επειδή έχασε την ουρά της στο δόκανο, σύστηνε στις άλλες αλεπούδες να κόψουν κι αυτές τις ουρές τους γιατί δεν είναι όμορφες.
Ο αναπληρωτής εισαγγελέας ρωτούσε την κόρη μου αν έχω πειθώ, αν ο λόγος που έφυγε από την ΚΝΕ ήταν εξαιτίας της εξαιρετικής μου ικανότητας στο να πείθω. Αν δεν αντιδρούσα, είμαι βέβαιος ότι θα τη ρωτούσε αν με φορτικότητα απαιτούσα απ’ αυτή να φύγει από την ΚΝΕ, ίσως και αν την απείλησα ότι θα τη διώξω από το σπίτι. Για να θεμελιώσει ότι το ίδιο έκανα κάθε φορά και στον ΕΛΑ.
Σημείο δεύτερο: Ρωτούσατε επίμονα τους μάρτυρες για τη μορφή οργάνωσης του ΕΛΑ. Προσπαθούσατε να βγάλετε κάποιο συμπέρασμα. Οι μάρτυρες, όπως είπα και προηγουμένως, είναι αξιόλογοι άνθρωποι, με αγωνιστική διαδρομή, με θεωρητική κατάρτιση, με πολιτική και κοινωνική δράση. Δεν υπήρξαν όμως μέλη του ΕΛΑ. Μάλιστα, κανένας τους δεν υπήρξα αυτόνομος, ενώ οι περισσότεροι ανήκαν ή και ανήκουν σε οργανώσεις λενινιστικού τύπου. Μπορούσαν να σας μεταφέρουν μόνο τη γενική θεωρητική τους γνώση για τις μορφές οργάνωσης. Σας εξήγησαν πολύ καλά τις διαφορές ανάμεσα στο Λενινιστικό μοντέλο και το μοντέλο της Αυτονομίας. Ομως δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε παραπέρα εξειδίκευση. Γιατί απλούστατα γνωρίζουν πολύ καλά, ότι κάθε οργάνωση που ακολουθεί ένα μοντέλο, το προσαρμόζει στις δικές της ιδιαίτερες ανάγκες. Ανάγκες που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον στο οποίο δρα, με τον κόσμο που έχει στις γραμμές της, με το φιλικό περίγυρο, με την πίεση που αντιμετωπίζει από τον ταξικό αντίπαλο, με τις προτεραιότητες κάθε περιόδου (που δεν είναι πάντοτε ίδιες) κ.λπ. κ.λπ.
Εχω πει από την πρώτη κιόλας δίκη, απευθυνόμενος στους δικαστές, ότι μοναδική πηγή αλήθειας είμαι εγώ. Δεν ξέρω αν ακούστηκε σαν αλαζονικό, όμως δεν ήταν ούτε είναι αυτή η πρόθεσή μου. Θα έχετε διαπιστώσει, άλλωστε, ότι δεν είμαι αλαζόνας. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ας πάρουμε το μοντέλο της Αυτονομίας, που ιδεολογικά και πολιτικά ακολουθούσε ο ΕΛΑ. Με τον ίδιο τρόπο θα το εφαρμόσει μια οργάνωση που έχει τρεις πυρήνες και μια οργάνωση που έχει τριάντα πυρήνες; Καταλαβαίνετε ότι κάθε οργάνωση θα κάνει πολλές προσαρμογές σ’ αυτό το μοντέλο. Πρέπει να το φέρει στα μέτρα της, στα μέτρα του κόσμου που συσπειρώνει και των καθηκόντων που θέτει. Εκείνο που μένει αναλλοίωτο είναι η ιδεολογική και πολιτική κατεύθυνση. Γιατί η Αυτονομία δεν είναι απλώς μια μορφή οργάνωσης. Είναι μια ιδιαίτερη ιδεολογική και πολιτική κατεύθυνση μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα.
Επομένως, μόνο εγώ, που υπήρξα μέλος του ΕΛΑ, έχω τη γνώση του τρόπου οργάνωσής του. Και πάλι όχι σε όλες τις λεπτομέρειές του, όπως για παράδειγμα στις λεπτομέρειες λειτουργίας ενός πυρήνα, αφού δεν συμμετείχα σε πυρήνα. Είδατε ότι οι μάρτυρες πολλές φορές αναγκάζονταν να κάνουν εικασίες και σας το έλεγαν. Σε κάποια ζητήματα έδωσαν διαφορετικές ερμηνείες, σημειώνοντας ότι κάνουν ερμηνεία. Απολύτως λογικό, όταν πρόκειται για ανθρώπους με θεωρητική κατάρτιση, κρίση και εντιμότητα, οι οποίοι δεν ήρθαν εδώ για να πουν κάτι στο οποίο είχαν προσυνεννοηθεί.
Θα μπορούσα να μη δώσω καμιά πληροφορία για τη συμμετοχή μου στον ΕΛΑ. Ισως ήταν λάθος μου που το έκανα. Είπα, όμως, από την πρώτη στιγμή και το επαναλαμβάνω και σε σας. Ο,τι σας πω είναι αλήθεια. Δεν πρόκειται να πω ό,τι μου απαγορεύει η ηθική μου συγκρότηση και η επαναστατική μου τιμή.
Κι όμως, αυτή η ειλικρινής μου δήλωση αντιμετωπίστηκε όχι με επιφύλαξη, που θα τη θεωρούσα δικαιολογημένη, αλλά και με ανεντιμότητα. Υπάρχει μια προκατασκευή, την οποία σώνει και καλά προσπαθούν να επιβεβαιώσουν: Ο Τσιγαρίδας είναι μορφωμένος, άρα έγραφε τις προκηρύξεις! Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει. Εγώ, λοιπόν, σας λέω, έτσι για να ευθυμήσουμε λίγο, ότι απεχθάνομαι το γράψιμο. Ακόμα και τις τοποθετήσεις που κάνω στα δικαστήρια, τις γράφω σαν σκόρπιες σκέψεις στο χαρτί, άλλες τις υπαγορεύω στο κασετόφωνο και μετά ζητάω βοήθεια για να γίνουν ένα ενιαίο κείμενο. Στην πρώτη δίκη, ρωτήθηκε σχετικά ο σύντροφος Πέτρος Γιώτης, που σαν δημοσιογράφος έχει μεγάλη εμπειρία στο γραπτό λόγο, και απάντησε: Διαβάστε τις προκηρύξεις του ΕΛΑ και συγκρίνετέ τες με τον τρόπο που μιλάει ο Τσιγαρίδας. Θα δείτε ότι δεν έχουν καμιά σχέση.
Το ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο κάθε προκήρυξης αντιστοιχούσε στη γραπτή πολιτική συμφωνία, βάσει της οποίας όλοι έγιναν μέλη του ΕΛΑ. Γι’ αυτό στις προκηρύξεις της δεκαετίας του ‘70 υπήρξαν αντιγραφές από τα «Χημικά Λιπάσματα», που συμπληρωνόντουσαν από τις εμπειρίες των μελών από τη συμμετοχή τους στο μαζικό κίνημα και από τον γραπτό ή προφορικό λόγο και τις αναλύσεις άλλων επαναστατικών ομάδων, όχι ένοπλων. Φτάσανε κάποια στιγμή σε ένα σημείο που δεν είχε κανείς να προσθέσει τίποτε καίριο. Ετσι αυτή η ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας έγινε ένα μοτίβο που επαναλαβανόταν από προκήρυξη σε προκήρυξη. «Το γιατί και το διότι» της κάθε ενέργειας προφανώς γραφόταν από τα μέλη του πυρήνα που έκανε την ενέργεια, γιατι «το γιατί και το διότι» συζητιόταν στον πυρήνα και έτσι έπαιρναν την απόφαση να κάνουν τη συγκεκριμένη ενέργεια.
Λένε ακόμη: ο Τσιγαρίδας μιλάει ωραία, άρα έχει πειθώ. Για να ευθυμήσουμε, θα σας πω ότι όντως στις γυναίκες είχα πειθώ. Οταν όμως πρόκειται για μια επαναστατική οργάνωση, οι διαδικασίες της δεν είναι φλερτ. Τι νομίζετε ότι είναι οι επαναστατικές οργανώσεις; Αστικά κόμματα, που μιλάει ο αρχηγός και από κάτω του βαράνε παλαμάκια; Στις επαναστατικές οργανώσεις μπαίνουν άνθρωποι που έχουν πάρει τις αποφάσεις τους, άνθρωποι που έχουν ήδη μια πολιτική δαδρομή. Οι άνθρωποι που παίρνουν τόσα προσωπικά ρίσκα, που ρισκάρουν την ελευθερία τους, ακόμη και τη ζωή τους, δεν είναι πρόβατα για να τους πείθει ο καθένας που χειρίζεται καλά το λόγο. Εχουν γνώσεις, έχουν κρίση, έχουν άποψη. Το μέλος του ΕΛΑ ήξερε σε ποια οργάνωση συμμετέχει, δεν χρειαζόταν να τον πείσει κανείς γι’ αυτό.
Σημείο τρίτο: Ακούγεται συχνά από τους εισαγγελείς και όχι μόνο: «Επαναστατική βία σε συνθήκες  κοινοβουευτικής δημοκρατίας; Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία κυριαρχεί η θέληση του λαού». Αυτοί που βάζουν τέτοια ερωτήματα μοιάζουν σαν να ήρθαν από άλλο πλανήτη.Σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν εκτελέστηκαν τόσοι και τόσοι κουμουνιστές; Δεν ήταν στα ξερονήσια τόσοι και τόσοι κομουνιστές μέχρι το 1964; Δεν δολοφονήθηκαν ο Λαμπράκης και ο Πέτρουλας; Στοπ, θα μου πείτε, παλιά κουκιά. Ας ρίξουμε, λοιπόν, μια ματιά στη δημοκρατία μας, στην τριακονταετία της «μεταπολίτευσης».
Μήπως μπορούν να μου πουν όσοι θέτουν αυτό το ερώτημα, πώς γίνεται κάθε χρόνο τα κέρδη των επιχειρηματιών και των τραπεζών να καλπάζουν μέχρι 300%, ενώ οι εργαζόμενοι γίνονται φτωχότεροι;   
Πώς  γίνεται και το 8ωρο, αίτημα εργατικό, κατακτημένο με αίμα, να έχει καταργηθεί στην πράξη;16ωρο έχει γίνει για να μπορέσουν να επιβιώσουν οι εργαζόμενοι,που με τα καινούργια μέτρα είναι και αδύνατο να συμπληρωθεί.
Κάθε χρόνο έχουμε δεκάδες νεκρούς από τα εργατικά «ατυχήματα», εκατοντάδες ανάπηρους, χιλιάδες να πεθαίνουν πριν την ώρα τους, επειδή εργάζονται σε ανθυγιεινές συνθήκες. Γιατί σε αυτή τη «δημοκρατία» οι κυβερνήσεις που δαλέγει με τη θέληση του ο λαός δεν κάνουν τίποτε για να προστατέψουν τον εργαζόμενο λαό; Γιατι για τα αφεντικά που την ελέγχουν είναι θέμα λογιστικό..Λένε δηλαδή: «Τι μας κοστίζει για να πάρουμε μέτρα ασφαλείας, για να δημιουργήσουμε υγιεινές συνθήκες εργασίας; Πάρα πολλά λεφτά. Ενώ για κάθε θάνατο, για κάθε αναπηρία καθαρίζουν με κάποια ψιλοαποζημίωση,αν δεν αθωωθούν από τα δικαστήρια.
Εκατοντάδες εξαρτημένοι πεθαίνουν κάθε χρόνο. Κάποιες επιτροπές, κάποια ΜΚΟ, η Εκκλησία στο παιχνίδι τελευταία, υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα. Ακόμα όμως κι όταν έχουν επιτυχία οι προπάθειές τους, αφορούν 50-100 χρήστες, ενώ υπάρχουν 200.000 χρήστες σκληρών ναρκωτικών, 1.000.000 χρήστες διαφορετικών ουσιών (χάπια, αλκοόλ), που αυξάνονται συνεχώς σε αριθμό, ενώ  ταυτόχρονα μειώνονται οι ηλικίες των.χρηστών.
Θα μου πείτε, τι να κάνει η κυβέρνηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, έχει τόσα προβλήματα του λαού να λύσει. Οπως τις απαγωγές των Πακιστανών, τις υποκλοπές, τα δομημένα ομόλογα, τη Siemens, τα διάφορα Βατοπέδια.Θα μου πείτε, κύριοι εισαγγελείς, πως δημοκρατία κα ελευθερία έχουμε, δεν είναι υπεύθυνη η κυβέρνηση του λαού γιατί ό,τι καταπίνε ο καθένας. Εδώ υπαρχει ενα ερωηματικό και παρακαλώ να μου το απαντήσετε εσείς. Η διακίνηση των ναρκωτικών γίνεται ελεύθερα σε όλη την Ελλάδα, στα φανερά. Ποιος μηχανισμός θα μπορούσε να καλύψει αυτό το τεράστιο εμπόριο με τα δισεκατομμύρια κέρδη;
Αυτή η «δημοκρατία» σας δεν δίνει ούτε καν «άρτο και θεάματα», που έδιναν οι Ρωμαίοι. Δίνει μόνο θεάματα. Εθνικοί ήρωες, αντιπρόσωποι του Eλληνα και της Ελλάδας, είναι τραγουδιστές και ποδοσφαιριστές που αμείβονται με εκατοντάδες εκατομμύρια το χρόνο, όταν ο συνταξιούχος, ο άνεργος παίρνει μερικές εκατοντάδες ευρώ το μήνα. Αυτός είναι ο πολιτισμικός άξονας που προωθείται σήμερα.
Αυτή η «δημοκρατία» σας περιορίζει ή καταργεί εργατικά δικαιώματα, επιρέπει στον εργοδότη να απολύει και χωρίς αποζημιώσεις, έχει κάνει τον εργάτη λάστιχο, με προσχημα την αύξηση της παραγωγικότητας, έχει θεσπίσει ακόμη και το σύγχρονο δουλεμπόριο και έχει αποθρασύνει τόσο τους δουλέμπορους, που φτάνουν ακόμη και στο έγκλημα, όπως έγινε με τη δολοφονική επίθεση ενάντια στη μετανάστρια-συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα. Και γιατί όλος αυτός ο εργασιακός μεσαίωνας; Για να προσελκυστεί το ξένο κεφάλαιο να κάνει επενδύσεις, την ίδια στιγμή που  το κομπραδόρικο ελληνικό κεφάλαιο μεταφέρεται στις βαλκανικές χώρες, όπου η εργασία πληρώνεται εξευτελιστικά και δεν υπάρχουν δικαιώματα, αφήνοντας στο δρόμο εκατοντάδες ελληνες εργαζόμενους. Και το κράτος της «δημοκρατίας» όχι μόνο δεν τους βάζει κανένα φραγμό, αλλά τους δίνει και πριμ, τους μπουκώνει με επιχορηγήσεις, με δωρεάν, ζεστό κρατικό χρήμα.
Eνα μεγάλο μέρος από το μικρό κομμάτι του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος που ανήκει στο δημόσιο παραχωρείται στους ιδιώτες. Ιδιωτική εκπαίδευση, ιδιωτική ασφάλιση, ιδιωτική υγεία.
Η «δημοκρατία» σας αφήνει τους βιομήχανους να μολύνουν με τα απόβλητα των εργοστασίων τους τους υδάτινους πόρους της Ελλάδας προκαλώντας τεράστια οικολογική καταστροφή. Κι όταν ο κόσμος ξεσηκώνεται, οι κρατικές υπηρεσίες βάζουν κάποια προστιματάκια, που και αυτά οι καπιταλιστές δεν τα πληρώνουν.
Η «δημοκρατία» σας συμμετέχει στο μακέλεμα ολόκληρων λαών, είτε έμμεσα μέσω της συμμετοχής της Ελλάδας στο ΝΑΤO, είτε άμεσα, όπως στο Αφγανιστάν.
Στη «δημοκρατία» σας είναι αποδεκτό και δεν τιμωρούνται οι  «τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις» αστυνομικών περιστρόφων, που πάντα βρίσκουν στόχο, όταν απέναντί τους είναι κάποιος μετανάστης, κάποιος Τσιγγάνος, κάποιος τοξικοεξαρτημένος, κάποιος απόβλητος της κοινωνίας. 80 νεκροί τα τελευταία χρόνια κι ανάμεσα τους τρεις 15χρονοι και τρεις δεκάδες 17χρονοι και 18χρονοι. Αυτά και όλα τα προηγούμενα θύματα να τα βάλετε, κύριοι εισαγγελείς, στη ζυγαριά, γιατί έτσι αντιλαμβάνεστε την κοινωνικη πραγματικότητα.
Eχουμε βέβαια σαν πολίτες το δημοκρατικό δικαίωμα και την ελευθερία να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια τις πολιτικές οικογένειες και όσους αυτές διαλέγουν, για να διαχειριστούν υπάκουοι στα αφεντικά τους, ντόπια και ξένα, τα σχέδια που εκπονούν οι τεχνοκράτες της παγκοσμιοποίησης.
Θα μπορούσα να πω πάρα πολλά ακόμα, αλλά δεν θέλω να σας κουράσω.Τα ξέρετε άλλωστε.
Αυτή είναι η «δημοκρατία», που όσοι την αμφισβητούμε χαρακτηριζόμαστε εγκληματικές προσωπικότητες.
Βεβαια, οι εισαγγελείς έχουν αρχίσει να γράφουν την καταδικαστική τους πρόταση πριν αρχίσει η δίκη. Υπάρχουν εκατοντάδες παραδείγματα, θα σας πω ένα χαρακτηριστικό. Ο τακτικός εισαγγελέας εκνευριζόταν με τους μάρτυρες που λέγανε ότι δεν θυμούνται τι ζημιές είχαν γίνει κα τους διάβαζε τις πραγματογνωμοσύνες που αναφέρονταν σε ένα προς ένα τα τζαμάκια που είχαν σπάσει, ζητώντας την επιβεβαίωση τους. Μέχρι εκεί καλά, όμως εκνευρίστηκε με ένα μάρτυρα  που είπε ότι σπάσαν πολλά τζάμια, αλλά δεν θυμόταν και ένα βαθούλωμα που είχε γίνει στην οροφή ενός αυτοκινήτου. Κατάλαβα ότι μετρούσε την αποζημίωση που θα μου ζητούσε μαζί με την καταδικαστική του πρόταση, δεν ήθελε να γλιτώσω ούτε από το βαθούλωμα.
Και βέβαια, δεν διαφεύγει της προσοχής σας ότι όλες οι ερωτήσεις ξεκινούν με ένα «αν». Ολα στηρίζονται σε εικασίες. Ολες οι ερωτήσεις ξεκινούν με ένα «αν». Αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, αν σε μια σιδερόφρακτη εφορία που έγινε μια έκρηξη στις 4 το πρωί ήταν κάποιος εκεί, αν στο Γκαίτε που έγινε μια εσωτερική, μικρής ισχύος έκρηξη, το βράδυ, περνούσε κάποιος απέξω κλπ. Να μη ξεχνάμε και τα γενικά φανταστικά σενάρια και τα επιστημονικής φαντασίας, όπως αυτό της δραματικής μείωσης των μελών του ΕΛΑ το 1990, που ίσως θα βγάλουν το συμπέρασμα ότι έμεινα μόνο εγώ και, τι να κάνω, πήγα στην «1η Μάη», για να συνεχίσω το «εγκληματικό μου έργο». Ομως, επειδή ανησυχούν μήπως αποφασιστεί ότι αποχώρησα από τον ΕΛΑ το 1990, προσφεύγουν και στη «Σέχτα Επαναστατών», για να συμπεράνουν από τα γραφόμενα στην προκήρυξή της, ότι εγώ που αποχώρησα το 1990 ήμουν οπαδός της ιεραρχικής δομής!
Ας τελειώνουμε κάποια στιγμή μ’ αυτά τα στερεότυπα, που εκτός από εξωπραγματικά είναι και γελοία. Πείτε μας κατευθείαν την καταδικαστική σας πρόταση, κύριοι εισαγγελείς, και μην υποκρίνεστε ότι τάχα ψάχνετε την αλήθεια.
Υπάρχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Οχι, δεν υπάρχει.
Υπάρχουν δικαστές με συνείδηση και προσωπική αξιοπρέπεια; Ναι, υπηρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν, όπως για παράδειγμα οι συνάδελφοί σας στη δεύτερη δίκη, που εξέδωσαν τη μόνη έντιμη απόφαση που μπορούσε να εκδοθεί, πλήρως αιτιολογημένη. Εύχομαι να ανήκετε και εσείς σ’ αυτή την κατηγορία.
Κυρία πρόεδρε, κυρίες και κύριοι δικαστές
Εδώ τελειώνουν οι πολιτικές μου παρεμβάσεις στις πολιτικές δίκες που αντιμετώπισα. Θέλω να ευχαριστήσω όσους βρέθηκαν στο πλευρό μου από τη μέρα της σύλληψής μου μέχρι σήμερα. Τους συντρόφους και τις συντρόφισσες του κινήματος αλληλεγγύης στους πολιτικούς κρατούμενους. Τους συντρόφους που κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης, καταθέτοντας το δικό τους πολιτικό λόγο. Εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες απλούς ανθρώπους, που με διάφορους τρόπους μου εκδήλωσαν τη συμπαράστασή τους. Ιδιαίτερα στην Κάλυμνο και το Μπιλέτσι. Αυτή η συμπαράσταση είναι η ελπίδα, γιατί δείχνει ότι μέσα στο λαό επικρατούν άλλες αξίες και όχι αυτές που με το ζόρι θέλει να επιβάλει το καθεστώς. Την οικογένειά μου, το συγγενικό και φιλικό μου περιβάλλον, που στάθηκε δίπλα μου. Θέλω να στείλω τον πιο θερμό αγωνιστικό χαιρετισμό στα νέα παιδιά του κινήματος, που με τίμησαν με την αλληλεγγύη τους.
Ολοκληρώνω με τα ίδια λόγια που έκλεισα την τοποθέτησή μου στην προηγούμενη δίκη:
Ορίζομαι ως επαναστάτης κομμουνιστής. Επειδή τίποτα στην υπάρχουσα πραγματικότητα δεν δείχνει αλλαγή προς το καλύτερο, επειδή το κρίσιμο ερώτημα της εποχής μας εξακολουθεί να παραμένει το ερώτημα «κομμουνισμός ή βαρβαρότητα», δεν παραιτούμαι από την πολιτική δουλειά. Οταν είμαι ελεύθερος και στο βαθμό που μπορώ, συμμετέχω στο κίνημα αλληλεγγύης προς τους πολιτικούς κρατούμενους και σε όσες μαζικές κινητοποιήσεις μου επιτρέπει η υγεία μου και η ηλικία μου.
Οπως πολλοί άλλοι στην Ιστορία και στη γενιά μου, έκανα επιλογές που δέσμευσαν ολοκληρωτικά τη ζωή μου.
Καθόλου δεν μετανιώνω γι' αυτό.
Εχουμε δίκιο να επαναστατούμε!
Τολμάμε να αγωνιζόμαστε, γιατί θα νικήσουμε!
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.











Αναγνώστες