Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Να ξεμπερδεύουμε με τα εθνικά μας συμφέροντα.

Του Γιάννη Γκολφινόπουλου

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Σπάρτακος" τον Μάη του 2008.

Σημεία τριβής

Και τα «εθνικά θέματα» επέστρεψαν στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης, απ’ την οποία ωστόσο δεν έφυγαν ποτέ. Αυτό εξάλλου είναι και το πλεονέκτημα τους για τα αφεντικά και το κράτος τους, ότι δηλαδή, άσχετα με το αν αποτελούν κάθε φορά ζήτημα της επικαιρότητας, είναι πάντα εκεί. Ορίζουν το πεδίο της συζήτησης, είναι το αδιαμφισβήτητο έδαφος για την ανάπτυξη διαφορετικών κατά τα άλλα πολιτικών στρατηγικών.

Αυτή τη φορά η κουβέντα επικεντρώθηκε γύρω από τις εξελίξεις σε δύο «μέτωπα», στο Μακεδονικό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Την αποστολή επιστολής του ειδικού διαμεσολαβητή του ΟΗΕ Μ. Νίμιτς στην ελληνική κυβέρνηση, που προτείνει τη σύνθετη ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας- Σκόπια» για τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών, ακολούθησε μια πολιτική καραμπόλα αφού το περιεχόμενό της- που θεωρήθηκε ότι θίγει κάποιες «πάγιες ελληνικές θέσεις»- διέρρευσε μέσω του τύπου, εκθέτοντας την κυβέρνηση που δεν ενημέρωσε τους αντιπολιτευόμενους υπερασπιστές των εθνικών συμφερόντων. Συγκεκριμένα, το σημείο τριβής έχει να κάνει με τη φράση «καμία χώρα ή περιοχή δεν θα μπορεί να χρησιμοποιεί διεθνώς τον όρο “Macedonia” ή τον όρο “Makedonija”» (Το Βήμα, 10-04-2005), αφού είναι γνωστό πως οι έλληνες θέλουν το όνομα μόνο για πάρτη τους. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως για χρόνια ολόκληρα η πολιτική που πρυτάνευε τόσο στα υπουργεία όσο και στα καφενεία, ήταν του στυλ. «το όνομά μας είναι η ψυχή μας». Σκατόψυχοι.

Εκτός απ’ αυτό, ένας ακόμα ελληνοτουρκικός τσαμπουκάς στη θάλασσα αλλά και τον ουρανό του αιγαίου, την ώρα μάλιστα που ο υπουργός Μολυβιάτης βρισκόταν για συνομιλίες στην Τουρκία, δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο τη θέση της κυβέρνησης, διαμορφώνοντας παράλληλα εκείνη την τόσο γνώριμη συναστρία εντός της οποίας υποχωρεί ο «μικροκομματισμός» και αναδύεται ο συνδετικός ιστός που ενώνει όλα τα κομμάτια του παζλ και που ακούει βέβαια σε πολλά ονόματα, ένα απ’ τα οποία είναι και «το καλό του τόπου». Το μαντρόσκυλο των αστικών συμφερόντων Πρετεντέρης, σχολιάζοντας την κατάσταση στο Βήμα αναγνώριζε ένα πισωγύρισμα της «Ελλάδας» απ’ τον ισχυρό Ευρωπαϊκό χαρακτήρα της σ’ εκείνον του Βαλκάνιου. Η «ισχυρή Ελλάδα» ξαναγίνεται η «πατρίδα του Καραγκιόζη».(Το Βήμα 17-04-2005). Βεβαίως, η συζήτηση κυριαρχήθηκε απ’ όλες τις σταθερές του εθνικού αντιιμπεριαλισμού, που ως κυρίαρχη ιδεολογία, διατέμνει όλο το φάσμα της «επίσημης»- αλλά όχι μόνο της επίσημης – πολιτικής σκηνής. Έχουμε και λέμε. Η ελληνική διπλωματία «τρώει σφαλιάρες», υποκύπτει στη «διπλωματία του ρεβόλβερ» που ασκεί η Τουρκία (η έκφραση είναι της αριστερής Ελευθεροτυπίας), ενώ βρισκόμαστε πάντοτε μέσα στο βεληνεκές των σχεδιασμών των «Αμερικάνων», που χρόνια τώρα «διαιρούν», τα Βαλκάνια, το Αιγαίο, το Ιράκ, ό,τι τέλος πάντων πέσει στα χέρια τους. Μήπως λοιπόν οι Βόρειες αλλά και οι Ανατολικές υποθέσεις του ελληνικού κράτους πηγαίνουν κατά διαόλου;

Τι είν’ η πατρίδα μας;

Too good to be true! Το ζήτημα είναι βέβαια σε ποια μεριά του ποταμού βρίσκεσαι και το ουσιαστικό σ’ αυτή τη συζήτηση κρύβεται στα πιο «αθώα» σημεία της, σ’ αυτό που εκφράζουν οι πιο αυτονόητες έννοιες. Τι είναι «εθνικά μας θέματα», τα «εθνικά μας δίκαια», τι επιτέλους κωδικοποιεί αυτό το «μας»; Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια ορισμένη τάξη κοινωνικών σχέσεων. Η ίδια η αναγνώριση κάποιων θεμάτων ως «εθνικών», που βρίσκονται πέρα και κυρίως πάνω απ’ όλα τα υπόλοιπα, και μάλιστα από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων, σημαίνει ήδη την ηγεμονία των αστικών συμφερόντων πάνω σ’ εκείνα του προλεταριάτου. Εκφράζει την ικανότητά της αστικής τάξης να μεταφράζει τις προϋποθέσεις της κυριαρχίας της σε συμφέρον «εθνικό», που σημαίνει σε συμφέρον όλων. Βεβαίως, κάτι που θεωρείται αυτονόητο, δεν αντιμετωπίζεται ως «πρόβλημα», συσκοτίζεται και «φυσικοποιείται». Είναι λοιπόν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το συντονισμό στον οποίο φτάνουν τα τόσα διαφορετικά κλαρίνα του εγχώριου πολιτικού προσωπικού πάνω στην παρτιτούρα «της εξωτερικής πολιτικής της χώρας».

Μέσα απ’ το πρίσμα των συμφερόντων του ελληνικού αστικού κράτους και μόνο μέσα απ’ αυτό, είναι που μπορεί κανείς να μιλά για «αποτυχίες» και «σφαλιάρες», συγκαλύπτοντας πάντοτε το γεγονός πως η Ελλάδα είναι το πιο ισχυρό και επιτυχημένο αφεντικό των Βαλκανίων, κάτι που έχει βεβαίως επιπτώσεις και στο βόρειο οικόπεδο που ονομάζεται Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δεν είναι καθόλου μυστικό και κανείς δεν έχει την πρόθεση να κρύψει ότι η περιοχή αυτή αποτελεί-μαζί και με τα υπόλοιπα Βαλκάνια άλλωστε- ένα ελληνικό Ελντοράντο. Μια μικρή ανθολόγηση της ευαγούς ελληνικής παρουσίας αρκεί. Εθνική Τράπεζα, Ελληνικά Πετρέλαια, Alpha Bank, αλλά και η Ελληνική Ζυθοποιία, η αλλαντοβιομηχανία Νίκας καθώς και ο κεφάτος ιδιοκτήτης σουπερμάρκετ Βερόπουλος, εκείνος που σε πιο «υπερήφανες» εποχές αναρτούσε ταμπελίτσες στα μαγαζιά του, πληροφορώντας τον πατριώτη καταναλωτή για την ανθελληνική προέλευση των ζυμαρικών και του γάλακτος που κινδύνευε να προμηθευτεί. Και όλα αυτά ενώ τα τελευταία 15 χρόνια ο ελληνικός καπιταλισμός εγκαταστάθηκε στρατιωτικά στη Βοσνία, την Αλβανία, το Κόσοβο υπερασπιζόμενος τα εθνικά του δίκαια. Όχι και τόσο άσχημα για μια «εξαρτημένη» χώρα.

Κι αν σήμερα η γραμμή που πρυτανεύει είναι αυτή των ήπιων τόνων και της διπλωματικής οδού, χωρίς πολλά εθνικά αναψοκοκκινίσματα, και χωρίς τσολιάδες στους δρόμους, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά το παρελθόν της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 90’, όταν ο εθνικός τοτεμισμός του περιούσιου λαού πήγαινε χέρι χέρι με τη συζήτηση στα υψηλότερα των κλιμακίων του κράτους για το αν θα έπρεπε να προτιμηθεί ο διαμελισμός της Μακεδονίας, από κοινού με του «αδελφούς Σέρβους». Η αλλαγή πλεύσης του ελληνικού κράτους, η προτίμηση- ως τώρα- της οικονομικής έναντι της στρατιωτικής προσάρτησης της βαλκανικής του περιφέρειας, άρα και η αντίστοιχη προσαρμογή των μέσων που τώρα είναι «ειρηνικά», είναι μια εξέλιξη εντός του συνεχούς του ελληνικού επεκτατισμού, όχι υποχώρησή του.

Τέτοιας υφής είναι και τα προβλήματα των αφεντικών. Χρειάζεται στ’ αλήθεια μεγάλο θράσος αλλά και μεγάλη ισχύ για ν’ αρνείται κανείς το συνταγματικό όνομα ενός κράτους. Αυτό που αποδεικνύει η περιβόητη επιστολή Νίμιτς δεν είναι την αδυναμία, αλλά τη δύναμη της ελληνικής πλευράς, αφού μετά τόσα χρόνια αλαζονικής απόρριψης όλων των συμβιβαστικών λύσεων, είναι ακόμα αναγκαία η συναίνεσή της.

Στο ίδιο πλαίσιο διαχείρισης σχέσεων ισχύος πρέπει να εγγράψουμε και τα λεγόμενα ελληνοτουρκικά, η αναμόχλευση των οποίων κάθε φορά σηκώνει τόση σκόνη που κρύβει αποτελεσματικότατα τα θεμελιώδη πλεονεκτήματα της «από’ δω πλευράς» τα οποία και μας ενδιαφέρουν. Γιατί ο ελληνικός καπιταλισμός είναι σαφώς πιο ώριμος και πιο σταθερός απ’ τον τουρκικό που πασχίζει ν’ αποδείξει ότι μπορεί να γίνει μέλος της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης που ονομάζεται Ε.Ε, εκείνου του ισχυρού club του οποίου η ελλάδα είναι βασικό μέλος παλαιόθεν.

Πίσω απ’ τις κορώνες για «υποχωρητικότητα» και «ενδοτισμό» κρύβεται ακλόνητη η εθνική- και επιθετική- πεποίθηση ότι το αιγαίο είναι μια ελληνική θάλασσα, όπως βέβαια και ο ουρανός πάνω απ’ αυτό. Εκείνο που δεν λέγεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πως σ’ αυτό το γαλανόλευκο πέλαγος εκτός από Τουρκικά υπάρχουν και διεθνή ύδατα και πως το FIR Αθηνών δεν ταυτίζεται με τα όρια του ελληνικού κράτους αλλά τα ξεπερνά, καλύπτοντας και διεθνή εναέριο χώρο. Δυστυχώς για τους έλληνες αστούς και το πολιτικό τους προσωπικό δεν παίζουν μόνοι τους σ’ αυτό το παιχνίδι και ως εκ τούτου είναι αναγκασμένοι να λαμβάνουν υπόψη τους τη γνώμη και την ισχύ και άλλων. Τέτοιες αψιμαχίες είναι λοιπόν «κανονικές» μεταξύ κρατών που ερίζουν για τον ίδιο στρατηγικό χώρο, όσο «κανονικές» είναι βέβαια και οι ανθρωποθυσίες που συχνά συνεπάγονται αυτές οι αψιμαχίες.

Ένα πρόσωπο που δεν φημίζεται για τις κακές του σχέσεις με τις υπηρεσίες του κράτους, ο Α. Παπαχελάς, χαρακτήρισε όσα συνέβησαν στο αιγαίο «ρουτίνα», ισχυριζόμενος «απέκτησαν μεγάλη σημασία μόνον επειδή βρισκόταν στην Άγκυρα ο υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης.»( Το Βήμα, 17-04-2005).

Non stop ταξικός ανταγωνισμός.

Η αριστερά τώρα, εκείνη που διαρκώς «μπερδεύει» το έθνος με την τάξη, το θύτη με το θύμα, το προλεταριάτο με τον εαυτό της και την «εξάρτηση» με τη στρατιωτική εξάρτυση, παρεμβαίνει με αξιώσεις στη συζήτηση. Ένα μικρό απάνθισμα είναι διαφωτιστικό.«Εφόσον, τελικά, φτάσουν τα πράγματα να υπάρχει μια συμφωνία που περιέχει τον όρο "Μακεδονία", είναι φανερό ότι θα είναι ένας όρος με καθαρά γεωγραφική έννοια, χωρίς καμία εθνοτική διάσταση.» Αυτά δήλωσε η Γ.Γ του ΚΚΕ μετά τη συνάντησή της με τον υπουργό εξωτερικών, ανησυχώντας προφανώς για το μέλλον των βορείων συνόρων της χώρας σε περίπτωση που εγερθεί κανένα ζήτημα με τίποτα μειονότητες….

Εξάλλου, οι αμερικάνοι τα προωθούν κάτι τέτοια… Εκτός αυτού, ο Ριζοσπάστης, κρατώντας ψηλά την πατριωτική σημαία, σχολιάζει τα σχετικά με τις αερομαχίες στο αιγαίο δίνοντας τον πρέποντα τόνο: «Εγκατάλειψη του FIR και της άμυνας του Αιγαίου». Για το ίδιο εξάλλου εθνικό «μέτωπο», η Αλέκα Παπαρήγα δήλωνε το Σεπτέμβρη του 2003 ότι «η χώρα μας» βρίσκεται «σε ομηρία» και ξεκαθάριζε τις θέσεις του ΚΚΕ ως εξής: «Απορρίπτουμε τουρκικές διεκδικήσεις για βραχονησίδες και νησιά στο Αιγαίο. Απορρίπτουμε την τεχνική συμφωνία για το Αιγαίο.»

Από κοντά και ο λεγόμενος ΣΥΡΙΖΑ ,που δια στόματος Αλαβάνου στις 13 Απριλίου, διαπιστώνει την «προκλητική στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στα Ίμια και στο πεδίο βολής της 'Ανδρου» και κατόπιν ζητά την «επείγουσα σύγκλιση του συμβουλίου εξωτερικής Πολιτικής, με συμμετοχή των τεσσάρων πολιτικών κομμάτων». Πιο ΣΥΡΙΖΑ δε γίνεται!

Για το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας- το γραφείο τύπου του Συν προτιμά το εθνικά correct FYROM – ο αντιιμπεριαλιστής πρόεδρος ισχυρίζεται-στις 9 Απριλίου- πως η Ελλάδα βρίσκοντας μια «κοινά αποδεκτή λύση» στο «μεγάλο ζήτημα της ονομασίας», πρέπει να αναπτύξει «μια συνολική, δημιουργική και πρωτοβουλιακή πολιτική στα Βαλκάνια» και να «συγκεντρώσει τις δυνάμεις της για την αντιμετώπιση άλλων μεγάλων ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής, τα οποία είναι ανοιχτά», που «έχουν ουσία και βάθος. Τις διαφορές στο Αιγαίο με την Τουρκία. Το Κυπριακό» Είπε κανείς τίποτα για ταξικά συμφέροντα;

Και τα δύο κόμματα, αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της σταλινογενούς «άκρας» αριστεράς, είτε πρόκειται για το ζήτημα του ονόματος της δημοκρατίας της Μακεδονίας, είτε για τις σχέσεις με την Τουρκία, κατανοούν το ζήτημα με όρους ενότητας απέναντι στους «Αμερικάνικους σχεδιασμούς» ή απέναντι στους «Αμερικάνικους και τους Ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς» , που εξ’ ορισμού, λέει το παραμύθι, βοηθούν τους αντιπάλους μας.

Συγκεφαλαιώνοντας με ιδανικό τρόπο το παραμύθι, ο αντιιμπεριαλιστής οικολόγος Γ. Σχίζας μέσα απ’ τις σελίδες της Εποχής, γράφει: «Οι άνθρωποι έχουν τον "διαιτητή" με το μέρος τους - σιγά μη πτοηθούν από τις απειλές μιας τρομοκρατημένης πολιτικής ομάδας όπως η Ελληνική! Και ενώ τα πράγματα έχουν έτσι από την άποψη του διπλωματικού "παιχνιδιού", ενώ πολιτικά "οφσάϊτ" όπως αυτό της διεκδίκησης των Σκοπιανών (sic!) για μονοπωλιακή χρήση του ονόματος "Μακεδονία" δεν σφυρίζονται και δεν προκαλούν στο βαθμό που θα έπρεπε τις αντιδράσεις της "εξέδρας", κάποιοι επιμένουν να καθαγιάζουν το όνομα του». Εννοείται, πως ο «διαιτητής» είναι ένα ακόμα όνομα για τους «φονιάδες των λαών». Οι «Έλληνες» είναι «τρομοκρατημένοι» και παίζουν με το «διαιτητή» εναντίον τους. Η εθνική ενότητα αποκαλύπτει τους προνομιακούς της χώρους συγκρότησής της. Τα γήπεδα, στα οποία εκτός απ’ την Ελλάδα, αναστενάζει –για εντελώς διαφορετικούς λόγους- και η κριτική σκέψη.

Το εθνικό είναι αστικό

Ας σοβαρευτούμε. Ο αντιιμπεριαλιστικός πατριωτισμός απολογείται για την αστική κυριαρχία, είναι μια άρθρωση που τη στηρίζει. Για να προλάβουμε κάποιες μόνιμες, όσο και κουραστικά προβλέψιμες, αντιιμπεριαλιστικές -και καλά- αιτιάσεις ξεκαθαρίζουμε πως δεν τίθεται ζήτημα να αμφισβητηθεί ο προεξάρχων ρόλος του κράτους των ΗΠΑ σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Εκείνο που αντίθετα είναι κρίσιμο είναι να αναγνωρίσουμε τον ενεργό ρόλο της Ελλάδας ως αφεντικού-συνεταίρου στο ίδιο αυτό παιχνίδι. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι μια μυθική ουσία, ας πούμε ένα φυτό που φυτρώνει εκτός Ελλάδος. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ο Μπους και βεβαίως δεν είναι ένα ιδιαίτερο εθνικό χαρακτηριστικό, όπως τον θέλει αυτό το ακίνδυνο ιδεολόγημα, ο αντιαμερικανισμός. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είναι κατά κανένα τρόπο εξωτερικός στο πλέγμα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας , είναι οργανικό του μέρος, όχι γιατί κάποιος του τραβά το αυτί –υπάρχει άραγε ακόμα κανείς να το πιστεύει αυτό;- αλλά λόγω των δικών του συμφερόντων. Οι σχέσεις ωστόσο στο στρατόπεδο των αφεντικών δεν είναι αδιατάρακτες, ποτέ δεν ήταν άλλωστε. Εκτός απ’ την ενότητα τους όταν πρόκειται για την εκμετάλλευση του προλεταριάτου, τα αφεντικά έχουν και διαφορές. Απ’ τη σκοπιά των συμφερόντων του εργατικού κινήματος, αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να εννοηθούν ως τίποτα άλλο από σκυλοκαβγάδες.

Η ένταση στο αιγαίο, τα στρατιωτικά κόλπα και η διπλωματία γύρω από βράχια με κατσίκια,, προϋποθέτουν και παράγουν την ειρήνη στο εσωτερικό, τη συστράτευση των υπηκόων απέναντι στον εθνικό «εχθρό». Η περί ης ο λόγος αριστερά, παρά τις λοιπές -υπαρκτές- διαφορές της, αντιπαρατίθεται στην κυβέρνηση απ’ τη σκοπιά μιας άλλης, καλύτερης εξωτερικής πολιτικής. Είναι μια αριστερά «με τους λαούς» «ανθρώπινη», «φιλειρηνική» και πάνω απ’ όλα ακίνδυνη.

Η εκπόνηση εθνικής εξωτερικής πολιτικής- και σε συνθήκες έθνους κράτους δεν υπάρχει άλλη εξωτερική πολιτική-, δεν συνιστά εκείνο το ευρύ πλαίσιο, που μέσα του θα χωρούσε, ας πούμε, και μια ταξική διάσταση. Η εθνική πολιτική είναι η συνθήκη που δεν επιτρέπει την εμφάνιση μιας ταξικής πολιτικής για το προλεταριάτο και, πράγμα που είναι το ίδιο, η ταξική πολιτική δεν εμφανίζεται παρά μόνο ως σπάσιμο της εθνικής ενότητας, ως ανάδειξη του ότι μέσα σε κάθε «έθνος» υπάρχουν δύο έθνη, εκείνο των καταπιεστών και εκείνο των καταπιεσμένων. Ταξική πολιτική στην Ελλάδα σήμερα σημαίνει να εργάζεσαι συνειδητά για την ήττα της ελληνικής αστικής τάξης και αυτό αποτελεί προϋπόθεση για την οικοδόμηση δεσμών αλληλεγγύης με τους καταπιεσμένους και τις καταπιεσμένες των γειτονικών περιοχών. Ποτέ πλάι στα εθνικά συμφέροντα, πάντοτε εκτός και εναντίον τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:


Αναγνώστες