Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Στην πείνα οι κτηνοτρόφοι της Ζίτσας


ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ


Στη Ζίτσα των κτηνοτρόφων βρέθηκε η εφημερίδα Πριν, καταγράφοντας τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων της αλλά και τη συλλογική προσπάθειά τους να διεκδικήσουν με αγώνα μια καλύτερη ζωή. Μισή ώρα μόλις έξω από τα Γιάννενα, με λιγότερους από 1.000 κατοίκους, μια μικρή κοινωνία ζει και αναπτύσσεται εξασφαλίζοντας εισόδημα απ' τον πρωτογενή κυρίως τομέα, την κτηνοτροφία και την αμπελουργία. Οι ομορφιές του γραφικού χωριού με τα πέτρινα παλιά σπίτια που είναι χτισμένα πάνω σε λόφο θέλγουν τον περαστικό επισκέπτη. Κάτω όμως από την επιφάνεια, πέρα στα χωράφια και τα μαντριά όπου βγαίνει το μεροκάματο με τα ζώα, μια διαφορετική εικόνα κυριαρχεί.


Λίγη αισιοδοξία έχει απομείνει στους κτηνοτρόφους, που ζουν στο πετσί τους τις οδυνηρές συνέπειες της αγροτικής πολιτικής που ακολουθεί η ΕΕ και η κυβέρνηση. Καθημερινή, αδιάλειπτη και σκληρή εργασία για μια ζωή με στερήσεις και οικονομική στενότητα έχει επιβάλλει σαν ρυθμό ζωής η παράδοση της κτηνοτροφίας στους αχαλίνωτους νόμους της αγοράς και του κέρδους. Απελπισία έχει καταλάβει τους κτηνοτρόφους, που ο ένας μετά τον άλλο πουλούν τα κοπάδια και αναζητούν μισθωτή εργασία. «Καλύτερα εργάτης με 600 ευρώ και αργία τα Σαββατοκύριακα, παρά αυτή η σκλαβιά για το τίποτα», λένε με οργή στο χωριό. Ανεπιστρεπτί φαίνεται να έχει παρέλθει η εποχή που η κατοχή γης και η ιδιοκτησία κοπαδιών ήταν συνώνυμο παχυλών εισοδημάτων και ευημερίας.


Την απόγνωση έχουν σπείρει οι τελευταίες αρνητικές εξελίξεις στην κτηνοτροφία: Κατ' αρχήν ο υπερδιπλασιασμός του κόστους των ζωοτροφών από την αρχή της χρονιάς και έπειτα η απελπιστική καθήλωση των τιμών για τους παραγωγούς γάλακτος και κρέατος. Στο έλεος της αγοράς έχει αφήσει και η κυβέρνηση τους κτηνοτρόφους, ανακοινώνοντας μέτρα - κοροϊδία, όπως ο χαρακτηρισμός του 2008 ως «έτος φέτας» που μόνο αέρα κοπανιστό δίνει στους παραγωγούς που δοκιμάζονται. Στην πραγματικότητα, πολιτική επιλογή της κυβέρνησης και της ΕΕ είναι να συρρικνωθεί περαιτέρω η ελληνική κτηνοτροφία, πετώντας τους φτωχούς και μεσαίους παραγωγούς της Ελλάδας στο περιθώριο και δίνοντας τη μερίδα του λέοντος σε μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες. Στο πλαίσιο αυτό, ο αγώνας που εδώ και τέσσερις μήνες έχουν ξεκινήσει και συνεχίζουν μέχρι σήμερα οι κτηνοτρόφοι, αγώνας για επιβίωση και αξιοπρέπεια, αποκτά μεγάλη σημασία. Καρδιά και εμψυχωτής του κτηνοτροφικού αυτού κινήματος είναι το μικρό χωριό της Ζίτσας, με τους 25 όλους κι όλους κτηνοτρόφους και τα 9.000 πρόβατα.


Παράγουν ένα ποτήρι γάλα και μ' αυτό αγοράζουν ένα ποτήρι νερό. Φαίνεται υπερβολικό; Κι όμως, αυτή η πραγματικότητα ισχύει για τους χιλιάδες έλληνες κτηνοτρόφους που πουλούν το πρόβειο γάλα προς 0,96 ευρώ το κιλό ή και ακόμα παρακάτω σε ορισμένες περιοχές και περιόδους. Στη Ζίτσα των Ιωαννίνων, που περιμένει να ζήσει απ' τα πρόβατα, οι παραγωγοί βλέπουν τις τιμές παραγωγού απελπιστικά καθηλωμένες κάτω απ' το ένα ευρώ. Τα πολλαπλά κύματα ακρίβειας στα τρόφιμα και τα καύσιμα πλήττουν φυσικά κι αυτούς όπως και τον καθένα. Το καζάνι της οργής όμως ξεχείλισε όταν πριν μερικούς μήνες διαπίστωσαν ότι το κόστος των ζωοτροφών, της «πρώτης ύλης» δηλαδή για το προϊόν τους, υπερδιπλασιάστηκε.


«Πριν λίγα χρόνια με εννιά τόνους γάλα αγοράζαμε ένα τρακτέρ. Τώρα χρειάζονται 60 τόνοι», λέει παραστατικά ο κτηνοτρόφος Ευστράτιος Στράτος, που η κάθετη άνοδος στο κόστος των ζωοτροφών τον βρήκε χρεωμένο ήδη με δάνεια για την κτηνοτροφική μονάδα του. Συνεχίζει τις συγκρίσεις: «Με 40 κιλά σήμερα παίρνεις ένα κομμάτι τσίγκου. Πριν λίγα χρόνια η ποσότητα αυτή έφτανε για ολόκληρο στάβλο!». Σε αριθμούς, η ανατίμηση στις ζωοτροφές έχει ως εξής: Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το ένα κιλό καλαμπόκι από 14 λεπτά του ευρώ, «σκαρφάλωσε» στα 36. «Φέτος δεν βγαίνει καν μεροκάματο. Περιμένουμε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς», μας λέει ο ίδιος.


Μέτρα που εμπαίζουν τους εμπλεκόμενους αντί να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα ανακοίνωσε η κυβέρνηση ύστερα από τις ανατιμήσεις των ζωοτροφών, κι αυτά υπό την πίεση των πρώτων δυναμικών κινητοποιήσεων των κτηνοτρόφων. Για «προνομιακά δάνεια στους παραγωγούς, με πληρωμή χαμηλών τόκων μετά από πέντε χρόνια» έκανε λόγο ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Αλ. Κοντός και όλοι κατάλαβαν ότι άνοιξαν οι κρουνοί με τα ευρώ για τους κτηνοτρόφους. Κι όμως, το ποσό που προβλέπεται είναι ...10 ευρώ ανά πρόβατο. Με δεδομένο ότι ένα μέσο κοπάδι αριθμεί περί τα 250-300 πρόβατα, το υποτιθέμενο βοήθημα που προβλέπεται να λάβει ένας κτηνοτρόφος υπό τη μορφή δανείου (που σημαίνει ότι θα πρέπει αργότερα να το ξεπληρώσει) δεν θα ξεπεράσει τα 3.000 ευρώ! Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση ομολόγησε την απόλυτη απροθυμία της να στηρίξει τους κτηνοτρόφους, κάτι που θα γινόταν εύκολα είτε επιβάλλοντας νομοθετικά σταθερότητα στις τιμές, είτε επιδοτώντας τις ζωοτροφές, και άφησε τους παραγωγούς έκθετους στις κερδοσκοπικές διαθέσεις των εμπόρων.


«Για να καταλάβεις το μέγεθος της κοροϊδίας, ένα τσουβάλι καλαμπόκι κοστίζει 15 ευρώ. Ούτε αυτό δεν δίνουν για κάθε ζώο. Και πόσους τόκους θα γλιτώσει κανείς με δυόμισι και τρεις χιλιάδες ευρώ δάνεια;», αναρωτιέται ο νέος κτηνοτρόφος Γιώργος Καραφέρης. «Αν μπορούσα, θα τα πουλούσα και θα έφευγα. Πολύ σκληρή δουλειά για να μη βγάζεις καν μεροκάματο», αναφέρει με πίκρα. Προβλέπει μάλιστα ότι κανείς από τη νέα γενιά δεν θα μείνει στη δουλειά του κτηνοτρόφου, υπό αυτές τις συνθήκες. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι ιστορίες χωριανών που «ξεφορτώθηκαν» τα πρόβατα, αναζητώντας εργασία στη βιομηχανία για καλύτερες συνθήκες. «Δουλεύω στα πλαστικά, παίρνω κάθε μήνα 700 ευρώ και όλοι εδώ με θεωρούν τυχερό γιατί έχω σταθερό εισόδημα και ξεκουράζομαι ορισμένες μέρες», μας εξομολογείται νέος εργάτης στο δημοτικό καφενείο της Ζίτσας. Πάντως ούτε τα μεγάλα κοπάδια λύνουν το πρόβλημα: «Έχω 500 πρόβατα, τα αρμέγω κάθε οκτώ ώρες και μεροκάματο πια δεν μένει ούτε για δείγμα. Παλιότερα θυμάμαι ότι με 80-100 ζώα ζούσε μια οικογένεια», αναφέρει απογοητευμένος στο Πριν ο Βαγγέλης Κλίτσας, που άφησε το επάγγελμα του οικοδόμου στην Αθήνα για να ασχοληθεί με την κτηνοτροφία.


Κάτω από ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες βγάζουν το μεροκάματό τους οι κτηνοτρόφοι. Στη μονάδα των αδερφών Στράτου που επισκεφτήκαμε, υπάρχουν 650 πρόβατα που πρέπει να θρέψουν τρεις οικογένειες. «Και να πεθάνουμε δεν ευκαιρούμε», λέει αφοπλιστικά ο Χρήστος Στράτος, εξηγώντας μας ότι αρμέγοντας τρεις φορές τη μέρα και ταΐζοντας ισάριθμες τα ζώα, αφιερώνει όλη κυριολεκτικά τη μέρα στη δουλειά ενώ απομένουν τέσσερις με πέντε ώρες για ύπνο. Τα καινούρια μηχανήματα έχουν αγοραστεί με δάνειο, οπότε ούτε λόγος αρκετό εισόδημα: «Με 600 πρόβατα μεγαλοαγρότες μας αποκαλούν, αλλά κάλτσα δεν αλλάζουμε!», σχολιάζει καυστικά. Η φύση της δουλειάς βέβαια είναι σκληρή: «Μας λένε ότι δουλεύουμε πολύ, αλλά τουλάχιστον έχουμε εδώ πέρα τον καθαρό αέρα. Για μπες στη στάνη να αναπνεύσεις καθαρό αέρα», προτρέπει ο Χρήστος και γρήγορα καταλαβαίνεις τι εννοεί. Απ' τα περιττώματα των ζώων που καθαρίζονται δύο φορές το χρόνο είναι τόσο έντονη η μυρωδιά της αμμωνίας, το «σπίρτο» όπως λένε, για τον ανεξοικείωτο, που τρέχουν τα μάτια στα πρώτα λεπτά ενώ έρχεται ανυπόφορη δυσφορία. Στην ατμόσφαιρα αυτή αρμέγουν οι κτηνοτρόφοι τρεις φορές τη μέρα και για αρκετές ώρες.


Όσοι δεν έχουν τα χρήματα, ή μάλλον δεν έχουν πάρει δάνειο, για να αποκτήσουν αρμεχτήριο, την εγκατάσταση δηλαδή με την οποία αρμέγονται μηχανικά τα πρόβατα, αντιμετωπίζουν ακόμη δυσχερέστερες συνθήκες. Τα έξοδα για την εκμηχάνιση αυτή της παραγωγής ανέρχονται σε 25.000 περίπου ευρώ για το μηχάνημα συν το κόστος νέας στάνης. Ο Αντρέας Μπότσιος αρμέγει με τα χέρια, γεγονός που του επιτρέπει από την άποψη του χρόνου και της κόπωσης, να αρμέγει μόνο δύο φορές τη μέρα και όχι τρεις. «Στο επάγγελμα αυτό δεν ξέρουμε Κυριακές και αργίες, μόνο λίγες μέρες τον Αύγουστο», μας λέει, εξηγώντας ότι αν η προβατίνα μείνει ανάρμεγη για μία μόλις μέρα, χάνει το γάλα της για όλη την υπόλοιπη χρονιά, μαζί και ο κτηνοτρόφος το μεροκάματό του. «Είναι πραγματικός άθλος κάθε φορά που κτηνοτρόφοι αφήνουν τα πρόβατα σε άλλους και κατεβαίνουν σε κινητοποιήσεις», τονίζει ο Αντρέας. Στην πραγματικότητα, ο κτηνοτρόφος δεν μπορεί να απόσχει απ' τη δουλειά, αλλά αναθέτει σε άλλους το τάισμα και το άρμεγμα. Ένα πρόβλημα πάντως, όπως λένε στο χωριό, είναι ότι υπάρχουν ελάχιστοι εργάτες που δέχονται για ένα μεροκάματο των 40 ευρώ να κάνουν τέτοια δουλειά. Επιπλέον, υπάρχει και άλλο πρόβλημα: Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, η είσοδος σε στάνη προσώπου που δεν γνωρίζουν τα πρόβατα, τα φοβίζει και δεν κάθονται να αρμεχθούν. Στους εργάτες που κατ' εξαίρεση θα κάνουν κανένα μεροκάματο, οι κτηνοτρόφοι πρέπει να δώσουν τα δικά τους ρούχα της δουλειάς για τη μυρωδιά!


Αίσθημα αδικίας σε καταλαμβάνει όταν διαπιστώνεις ότι νέοι άνθρωποι, 30 και 40 ετών, ζουν με στερήσεις δουλεύοντας τόσο σκληρά. Οργή όμως έρχεται με την κατάσταση των απομάχων, των συνταξιούχων κτηνοτρόφων του ΟΓΑ: Η κυρία Μαρία Μπότσιου, ετών 81, λέει: «Από τα 12 μου είμαι στα πρόβατα. Ο πατέρας μου είχε πρόβατα, ο άντρας μου επίσης και τώρα πρόβατα έχει ο γιος μου». Η κυρία Μαρία βοηθάει καθημερινά στο άρμεγμα παρά τα χρόνια της. Βγήκε στη σύνταξη στα 65. Παίρνει 330 ευρώ... Ο κύριος Παναγιώτης Καραφέρης από την άλλη χαρακτηρίζεται ...προνομιούχος. Φυσικά, κι αυτός ακόμα εργάζεται, όμως η σύνταξή του αγγίζει το άπιαστο για πολλούς ποσό των 450 ευρώ!


Ύστερα από όλα αυτά, καταλαβαίνει κανείς πόσο λίγα είναι τα 96 λεπτά του ευρώ, με τα οποία τιμάται από τη γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη το γάλα των παραγωγών της Ζίτσας. Όπως εκτιμούν οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι, μια αύξηση της τιμής παραγωγού κατά 50%, που θα έφτανε δηλαδή την τιμή στο 1,5 ευρώ, θα ήταν επαρκής για να «ξελασπώσουν». Η δε τιμή του κρέατος, όπως αναφέρουν οι παραγωγοί, παραμένει σταθερή τα τελευταία 25 χρόνια: 2,6 ευρώ το κιλό για ζωντανό αρνί και 4,2 ευρώ το κιλό για το σφαγμένο αρνί. Μη φανταστεί κανείς ότι οι τιμές παραγωγού συναρτώνται κατά κάποιο ορθολογικό τρόπο με τις τιμές καταναλωτή, οπότε το αίτημα των παραγωγών για αύξηση της τιμής θα συνεπαγόταν ανατιμήσεις στα προϊόντα. Όπως είναι εύκολα φανερό τουλάχιστον στο κρέας, η απόσταση της τιμής που παίρνει ο παραγωγός από την τιμή του κρεοπωλείου, όπου το αρνί κατά κανόνα ξεπερνά τα 10 ευρώ το κιλό, είναι τεράστια. Όμως και η τιμή της φέτας, η οποία περιέχει κατά 70% πρόβειο γάλα, παίρνει την ανηφόρα, ανεξάρτητα από τις καθηλωμένες τιμές που παίρνουν για το γάλα οι γαλακτοπαραγωγοί: Για παράδειγμα, ενώ οι παραγωγοί δεν βλέπουν καμία αύξηση, η τιμή της φέτας Δωδώνη στα σούπερ μάρκετ αυξήθηκε από την αρχή του χρόνου κατά 4%.

Το αστείο του χωριού πάντως είναι η κήρυξη του 2008 ως «έτος φέτας» από τον υπουργό

Αγροτικής Ανάπτυξης και η κατοχύρωση της Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης για την ελληνική φέτα. «Και που τα έκαναν όλα αυτά, δεν άλλαξε απολύτως τίποτα. Έτος φέτας με κτηνοτρόφους νηστικούς δεν γίνεται», σχολίασε εύστοχα ο Ευστράτιος Στράτος.


Ενωμένοι απέναντι στο κεφάλαιο αγωνίζονται για αυξήσεις


Ενα ενωτικό παράδειγμα αγώνα έχουν εγκαινιάσει και ακολουθούν εδώ και τέσσερις μήνες οι κτηνοτρόφοι στη Ζίτσα και ευρύτερα στην Ήπειρο, υπερβαίνοντας μαχητικά τις τάσεις απογοήτευσης και παραίτησης που δημιουργεί η ζοφερή κατάσταση. Η έκδηλη αλληλεγγύη και ενότητα που συναντά κανείς στις καθημερινές επαφές μεταξύ των παραγωγών, εκφράζεται και στον αγώνα τους για έξοδο από την κρίση, με το Πανηπειρωτικό Συντονιστικό Κτηνοτρόφων. «30 χρόνια είχαν οι παραγωγοί να βγουν ενωμένοι, χρειάστηκε να σπάσουμε παραδόσεις δεκαετιών», επισημαίνει στο Πριν ο Αντρέας Μπότσιος, «ψυχή» του κτηνοτροφικού κινήματος στη Ζίτσα και ευρύτερα. Πρώτη συνέλευση του Πανηπειρωτικού Συντονιστικού έγινε στις 23 Οκτωβρίου 2007 στα Γιάννενα και έκτοτε βρίσκεται σε διαρκή δραστηριότητα. Για να υπάρχει μια τάξη μεγεθών, να αναφέρουμε ότι στις τακτικές συγκεντρώσεις του (μέχρι και τρεις φορές το μήνα) μαζεύονται πάνω από 1.000 κτηνοτρόφοι.


Αυτό επέβαλε να γίνονται και μαζώξεις ανά δήμο και ανά έδρα νομού. Τελευταία κίνηση του Συντονιστικού υπήρξε η κατάληψη πριν δύο εβδομάδες του εργοστασίου Δωδώνη στα Γιάννενα. Στο ίδιο πνεύμα, αλλά με περισσότερο συμβιβαστικές θέσεις, έχει συγκροτηθεί και το Πανελλαδικό Συντονιστικό Κτηνοτρόφων, με κύρια δύναμη παραγωγούς από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, που συγκλήθηκε πρώτη φορά στα Γιάννενα στις 19 Ιανουαρίου, ύστερα από κάλεσμα των Ηπειρωτών, συνεδρίασε στις 6 Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από κινητοποίηση έξω από την έκθεση Αγκρότικα, ενώ πριν δύο εβδομάδες πραγματοποίησε συγκέντρωση έξω από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης στην Αθήνα.

Απέναντι στη γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη διατυπώνουν κυρίως τα αιτήματά τους οι κτηνοτρόφοι της Ζίτσας. Πρόκειται για μια επιχείρηση υπό κρατικό έλεγχο, αφού τη διοίκησή της έχει πλειοψηφικά μέχρι στιγμής η Αγροτική Τράπεζα, ενώ από την ίδρυσή της η Δωδώνη έπαιζε έναν κοινωνικό ρόλο, στηρίζοντας τους κτηνοτρόφους της περιοχής. Σημαντικές αλλαγές ωστόσο στη φυσιογνωμία και την πολιτική της επιχείρησης, αλλαγές σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση φυσικά που επέβαλλαν οι τελευταίες κυβερνήσεις, είναι που ώθησαν τους παραγωγούς σε οριακό σημείο. Από φέτος άλλωστε, η Δωδώνη έμεινε η μόνη γαλακτοβιομηχανία που δραστηριοποιείται στην περιοχή, αφού η Ήπειρος και η ΦΑΓΕ, που μέχρι πρόσφατα αγόραζαν γάλα απ' τους κτηνοτρόφους, πλέον έχουν αποχωρήσει, δημιουργώντας στους παραγωγούς υπόνοιες ότι αυτό έγινε ύστερα από παρασκηνιακή συμφωνία των εταιρειών.

«Τις πολιτικές ευθύνες των κυβερνήσεων και της ΕΕ υπογραμμίζουμε στο ψήφισμά μας», τονίζει στο Πριν ο Μιχάλης Τζίμας απ' το Συντονιστικό της Ηπείρου, εξηγώντας ότι για την άνοδο στις τιμές των ζωοτροφών δεν ευθύνονται οι κτηνοτρόφοι αλλά η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, η καλλιέργεια βιοκαυσίμων κ.λπ. «Ζητάμε αύξηση στις τιμές του γάλακτος, ώστε να πάνε 1,30 ευρώ το πρόβειο, 0,80 το γίδινο και 0,55 ευρώ το αγελαδινό». Σήμερα οι παραγωγοί πουλούν το γίδινο προς 0,56 ευρώ και το αγελαδινό προς 0,45 ευρώ. «Επίσης, ζητάμε αύξηση στις τιμές του κρέατος, γιατί ένα ιδιόμορφο καρτέλ τις κρατά καθηλωμένες για μας ενώ τις αυξάνει στον καταναλωτή», αναφέρει ο ίδιος. «Τις επόμενες μέρες έρχονται δυναμικές κινητοποιήσεις για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Δωδώνης», σημειώνει ο Αντρέας Μπότσιος. «Μας λένε ότι η Δωδώνη θα μπει στο Χρηματιστήριο και εμείς ξέρουμε ότι αυτό σημαίνει ιδιωτικοποίηση. Τάζουν στους κτηνοτρόφους μετοχές για να τους εξαγοράσουν, ξεχνούν όμως ότι δεν έχουμε φράγκο». Πρόταση των κτηνοτρόφων για τη Δωδώνη είναι να περάσει το 51% στο κράτος και το υπόλοιπο 49% να το κατέχουν οι πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί των γαλακτοπαραγωγών, χωρίς ονομαστικές μετοχές. «Δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια μπροστά σε όλα αυτά. Το Πάσχα θα γίνει μπαμ!», προειδοποιεί ο Αντρέας Μπότσιος.

Παρά την επίμονη άρνησή της να αυξήσει τις τιμές των παραγωγών, η Δωδώνη είναι μια αρκετά εύρωστη εταιρεία. Την περσινή χρονιά ανακοίνωσε 4,5 εκατομμύρια ευρώ καθαρά κέρδη, όπως είπε ο Γιάννης Μούλιας, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της εταιρείας, που τον συναντήσαμε στις εγκαταστάσεις της Δωδώνης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τιμή της Δωδώνης για το πρόβειο γάλα είναι η υψηλότερη στην Ελλάδα, ενώ τη ζοφερή κατάσταση των κτηνοτρόφων την απέδωσε στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον. Για τις ανατιμήσεις των προϊόντων της εταιρείας στα σούπερ μάρκετ απάντησε ότι «προσπαθήσαμε να συγκρατήσουμε τις τιμές για τέσσερα χρόνια, αλλά από το 2008 ήταν επιβεβλημένες αυξήσεις γύρω στο 6%». Πάντως, η ευημερία των δεικτών της εταιρείας, προκειμένου να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο, δεν οφείλεται μόνο στο ξεζούμισμα των παραγωγών και τις ανατιμήσεις για τους καταναλωτές. Σταδιακά από το 1998 οι εργασιακές σχέσεις στη Δωδώνη μεταβλήθηκαν επί το ...ελαστικότερον, με αποτέλεσμα σήμερα να απασχολούνται 160 μόνιμοι και 200 εποχιακοί εργαζόμενοι. Οι τελευταίοι υπογράφουν δεκάμηνες συμβάσεις, απολύονται και επαναπροσλαμβάνονται. Ο Γ. Μούλιας απέδωσε την τακτική αυτή στην «εποχικότητα του προϊόντος», αν και παραδέχτηκε ότι «η αναλογία μονίμων και εποχικών θα μπορούσε να είναι διαφορετική, με περισσότερους μόνιμους». Έσπευσε πάντως να συμπληρώσει ότι «κανέναν εργαζόμενο δεν πειράζει η εποχικότητα».

ΠΡΙΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:


Αναγνώστες